banner transparent examsbanner goneis

 banner openeclass

 

banner fb

 

  


Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥ «ΓΗΡΩΣ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ 
ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Αμές ποκ’ ήμες άλκιμοι νεανίαι.(μτφρ: ήμαστε κι εμείς κάποτε ρωμαλέοι νέοι)
Σεβασμιότατε,
Κύρια Αντιδήμαρχε,
Κύριοι Συντονιστές Εκπαιδευτικού έργου 
Κύριε Υπεύθυνε Παιδαγωγικής και Επιστημονικής Ευθύνης του Μουσικού Σχολείου Αγρινίου


Μια ρήση λέει : 
(«Βλέπεις φλόγα στα μάτια των νέων. 
Μα στα μάτια των γέρων, βλέπεις φως…

Λέγεται ότι τα γηρατειά, η Τρίτη ηλικία, είναι η πιο δυσφημισμένη και ανεπιθύμητη. Οι περισσότεροι άνθρωποι τη φοβούνται…! Και τούτο γιατί οι δυνάμεις του ανθρώπου εξασθενούν και η ιδέα του επικείμενου θανάτου δημιουργεί μια δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση σ’ αυτόν, όσο ψυχικό σθένος και αν διαθέτει.
Το έργο του Ιπποκράτη περιλάμβανε διάσπαρτες παρατηρήσεις για τη φυσική κατάσταση των ηλικιωμένων, από τις οποίες φαίνεται το πρώιμο ενδιαφέρον για τη μελέτη της πορείας του γήρατος.
Η σύγχρονη Ιατρική Επιστήμη έχει αναπτύξει έναν ολόκληρο κλάδο, τη λεγομένη «Γεροντολογία», που στόχο της έχει να εξετάζει τα προβλήματα της προχωρημένης ηλικίας, στη σφαίρα της σωματικής αλλά και ψυχικής υγείας.
Ο νόμος της φθοράς λειτουργεί αμείλικτα για όλους και για όλα. Δυστυχώς ή ευτυχώς όλοι οι άνθρωποι κάποτε γερνούν. Η αιώνια νεότητα παραμένει όνειρο θερινής νυκτός…
Στο επίμαχο και ίσως άλυτο ερώτημα πού τελειώνουν τα νιάτα και πού αρχίζουν τα γηρατειά ο Βίκτωρ Ουγκώ μάλλον καθορίζει τα όρια, λέγοντας: «τα σαράντα είναι τα γηρατειά της νιότης, τα πενήντα είναι τα νιάτα των γηρατειών»… Η επιστήμη λέει επίσης ότι δεν μας γερνά το πέρασμα των χρόνων αλλά τα κύτταρά μας. Αυτά τα κύτταρα κουβαλάνε μέσα τους όλες τις εντολές για την ανάπτυξή μας, την υγεία και - ποιος ξέρει; - και την ημέρα του θανάτου μας. Προσωπικά θα έλεγα ότι ηλικιωμένος είναι εκείνος που λόγω της σωματικής του ανημποριάς, της νοητικής του αδυναμίας, δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, δεν προσανατολίζεται στο χώρο, δεν μπορεί να εκτελέσει τις απλές λειτουργίες για να επιβιώσει, για να καλύψει τις σωματικές του ανάγκες και τότε χρειάζεται έναν άνθρωπο, ένα χέρι για να τον στηρίξει, να τον βοηθά στην καθημερινότητά του. 
Αυτή την περίοδο της ζωής του ο άνθρωπος ανέκαθεν προσπαθούσε να την διερευνήσει, να την κατανοήσει, να την εκτιμήσει, να τη σεβαστεί, να την υμνήσει μέσα από τα δημιουργήματά του. Σε όλες όμως τις εποχές η πρόσληψη του γήρως από τον άνθρωπο διαθέτει ένα κοινό παρονομαστή: τον πόνο για το πέρας της νιότης, την οδύνη για τις σωματικές, νοητικές και ψυχικές δυνάμεις που τον εγκαταλείπουν. Γιατί «τα γηρατειά είναι δυσάρεστα όχι γιατί δεν έχουν απολαύσεις, αλλά γιατί δεν έχουν ελπίδες» κατά πως λέει ο Ρίχτερ και γιατί «το να γνωρίζει κανείς να γερνάει είναι ένα από τα δυσκολότερα μέρη της τέχνης της ζωής»(Ερρίκος Αμιέλ).

Αυτόν ακριβώς τον πόνο για το χρόνο που φεύγει, για το δέρμα που χάνει τη λάμψη του, για το σώμα που προδίδει το νεανικό πέταγμα, για το νου που ξεχνά και τη γλώσσα που μπερδεύει τι θέλει να εκφράσει ο άνθρωπος το αποτύπωσε στη μυθολογία, στη λογοτεχνία, στο τραγούδι, στον κινηματογράφο. Είναι γνωστός ο μύθος της Ηούς, της Αυγής, η οποία αγάπησε τον θνητό Τιθωνό, αλλά ξέχασε να ζητήσει από τους θεούς να τον κάνουν αθάνατο. Η απογνωσή της αποτυπώνεται στο Ομηρικό «Υμνο εις Αφροδίτην» :
• Αλλά όταν πλέον τα φρικτά γηρατειά τον πίεζαν ολότελα 
και δεν μπορούσε να κινήσει ούτε να σηκώσει κανένα από τα μέλη του, 
πήρε την ακόλουθη απόφαση που έμοιαζε η καλύτερη· 
τον ξάπλωσε μέσα σε ένα δωμάτιο και σφράγισε τις φωτεινές θύρες. 
Η φωνή του στ' αλήθεια ανέκφραστη έβγαινε δίχως να υπάρχει 
εκείνη η δύναμη που είχε πρωτύτερα στα εύκαμπτα μέλη του.
Η Σαπφώ αντιμετωπίζει το γήρας με φιλοσοφική διάθεση: κανένας άνθρωπος ποτέ δεν πρόκειται να αποφύγει την παρακμή του σώματος που φέρνουν τα γηρατειά. Αφού δεν μπορεί να κάνει τίποτα, έχει συμβιβαστεί με την κατάσταση.
Μένα το δέρμα μου, απαλό που ήταν πριν, το γήρας πια
το πρόφτασε και τα μαλλιά μου έγιναν από μαύρα άσπρα.

Βάρυνε η ψυχή μου, τα γόνατα δε με βαστούν
κι ας χόρευαν κάποτε γοργά σαν ελαφάκι.

Συχνά γι’ όλα αυτά στενάζω. Μα τι μπορώ να κάνω;
Να μην γεράσει ο άνθρωπος δεν γίνεται.

Τα γηρατειά στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη έχουν τη δική τους θέση.
Ο ποιητής υπήρξε αφοσιωμένος λάτρης της νεότητας και της ομορφιάς, καθώς θεωρούσε ότι η νεότητα σε συνδυασμό με το σωματικό κάλλος αποτελεί μια ανυπέρβλητη πηγή δύναμης. Το πέρασμα του χρόνου και η φθορά που επέρχεται τρομοκρατεί τον ποιητή, όχι γιατί φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στο τέλος της ζωής του, αλλά γιατί του στερεί τη δυνατότητα να απολαμβάνει χαρές που προσφέρουν τα νιάτα. Ο ποιητής θεωρεί ότι τα γηρατειά θέτουν τον άνθρωπο στο περιθώριο δημιουργώντας μια ανυπόφορη κατάσταση κατά την οποία μπορεί να υπάρχει μόνο πόνος και απελπισία. Τρία ποιήματα αφιερώνει ο ποιητής για το γήρας το «Πολύ Σπανίως» «Ένας Γέρος» και το «Μελαγχολία τοῦ Ἰάσονος Κλεάνδρου∙ ποιητοῦ εν Κομμαγηνῇ∙ 595 μ.Χ. Τα πορτρέτα των ηλικιωμένων που δημιουργεί ο Καβάφης σε αυτά συνειδητοποιούμε πως ό,τι αισθάνεται ο ποιητής για τα γηρατειά είναι αποστροφή και θλίψη, γι’ αυτό και στρέφεται στην ποίηση, τη μόνη δυνατή παρηγοριά που γνωρίζει για να ξεχάσει τη πληγή που του έχει προκαλέσει το γέρασμα της μορφής του.
Αλλά και σήμερα ακόμη η ποίηση γύρω από τι θέμα αυτό με όχημα τον λόγο τέρπει, συγκινεί, προκαλεί και ταράζει την ψυχή και τον νου. Το βιβλίο «Με το Π της Ποίησης» αναφέρεται στην τρίτη ηλικία και τον χρόνο και ακουμπά όλες τις κοινωνικές ομάδες.  Επειδή το θέμα του αναψηλαφεί τον κοινό,  αρχέγονο φόβο  ότι όλοι θα καταλήξουμε στα γηρατειά -ή τουλάχιστον έτσι προσδοκούμε- μπορεί να λειτουργήσει παρακινητικά και ίσως να ενεργοποιήσει τους αποδέκτες σχετικά με τα προβλήματα της τρίτης ηλικίας και τη φροντίδα που η κοινωνία οφείλει στους υπερήλικες. Δώδεκα ποιητικά έργα "δεμένα" σε ένα σώμα "φωτίζουν" με ποιητικό τρόπο το ζήτημα της τρίτης ηλικίας θέτοντας τον αναγνώστη μπροστά σε ένα θέμα που αγγίζει τη σημερινή κοινωνία όσο ποτέ άλλοτε... Άνθρωποι στο περιθώριο της κοινωνίας; Άνθρωποι στα αζήτητα; Ό, τι κι αν είναι η τρίτη ηλικία μπορεί να είναι οι δικοί μας άνθρωποι και όλοι όσοι άπλωσαν κάποτε το χέρι προς το μέρος μας...
Αν σας ρωτούσα, αγαπητοί ακροατές, ποιος από σας θέλει να ξαναγίνει νέος νομίζω πως ξέρω την απάντηση. ΟΛΟΙ. Ακόμη και αν σας έλεγαν ότι θα περάσετε στιγμές από τη ζωή σας που θέλετε να σβήσετε ή να αποποιηθείτε επιλογές που έχετε κάνει. Αυτή ακριβώς την επιθυμία του ανθρώπου να ξαναγίνει νέος εκφράζει ο Γκαίτε στον «Φάουστ», ο Όσκαρ Ουάιλντ στο «πορτρέτο του Ντόριαν Γκρεϋ», στην ελληνική ταινία «Αλίμονο στους νέους», που είναι μια παραλλαγή του μύθου του Φάουστ και αφορά έναν ηλικιωμένο που συμφωνεί να πουλήσει την ψυχή του στο διάβολο,  προκειμένου να ξαναπάρει πίσω τη νιότη του με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Χορν αλλά και στην ανάποδή της Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον» (2008) με τον Μπραντ Πιτ.


Πολύ ωραία όμως με σατυρικό τρόπο, όπως μόνο ο Γεώργιος Σουρής, ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, και έχει χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης» γνώριζε να κάνει δίνει την απάντηση, η οποία διαχρονικά, όπως καταλάβατε είναι πάντα θετική. 
Γεώργιος Σουρής, «Να ήμουν παππούς»
«Αχ έλεγε ο Κοκός, 
παππούς να ήμουν τώρα, 
να κάνω το σοφό, 
να βήχω να ρουφώ
ταμπάκο όλη την ώρα.
Άσπρα να έχω γένια, 
ποτέ να μη διαβάζω, 
σχολειό να μην πηγαίνω, 
στο σπίτι μου να μένω
κι όλο να νυστάζω.
Να παίζω κάθε μέρα
με κάποιο κομπολόγι, 
να μη μου λένε για δουλειά, 
και να φορώ γυαλιά, 
και να΄χω και ρολόγι.
Να λέω παραμύθια
επάνω από το στρώμα, 
κι όλοι τους στη μιλιά μου, 
να στέκουνε μπροστά μου
μ᾿ ορθάνοιχτο το στόμα.
Να μου φιλούν το χέρι, 
ευχές πολλές να δίνω
και πάντα καθιστός
και σ᾿ όλους σεβαστός, 
να τρώγω και να πίνω.
Να΄ χω και μια μαγκούρα, 
να κάνω τον κακό
κι άμα θυμός με πάρει
ν᾿ αρχίζω στο στειλιάρι
και τον τρελλό-Κοκό».
Ετούτα κι άλλα λέει
με γνώση παιδική, 
γιατί ο Κοκός δεν ξέρει
πώς θέλουν κι όλοι οι γέροι
να γίνουνε Κοκοί...
[πηγή: Η Διάπλασις των Παίδων, τ. 4ος, τχ. 1, Ιανουάριος 1882, σ. 6]


Στο τραγούδι και στη μουσική έρχεται να συμπληρώσει ο άνθρωπος τον καημό του για το πέρασμα της νιότης. Επτά στα δέκα τραγούδια με αγγλικούς στίχους σκιαγραφούν τα γηρατειά και τους ηλικιωμένους με αρνητικό τρόπο, εστιάζοντας στον θάνατο και την σωματική φθορά, σύμφωνα με μία νέα μελέτη, αποθαρρύνοντας όχι μόνο τους ηλικωμένους αλλά και τους νεότερους. Ο Πάνος Τζαβέλλας σε τραγούδι του το 1938 λέει 
Στον ίσκιο του θανάτου
Ήμουνα νιος καμιά φορά
κι άβγαλτο παλικάρι.
Σεργιάνιζα στις γειτονιές
και κρυφολιώνανε οι νιες.
Με είχανε καμάρι.
Χαράματα, γεράματα
με πήρανε τα κλάματα
που φεύγουν σαν οράματα
άστρα, πουλιά και θάματα.

Η λαϊκή μούσα τραγουδά «Να΄ταν τα νιατα δυο φορές, τα γηρατειά καμία», δηλώνοντας ακριβώς τη βαθιά επιθυμία του ανθρώπου το πέρασμά του στη ζωή να περιλαμβάνει μόνο νιάτα, ενώ βιολογικοί νόμοι των γηρατειών και του θανάτου δεν ισχύουν για τα βουνά. Ο θνητός που καρτεράει το Χάρο και μαζί του τον θάνατο, μακαρίζει την αθανασία των βουνών.
Καλότυχά ναι τα βουνά, καλότυχοι είν’ οι κάμποι,
που θάνατο δεν καρτερούν, χάρο δεν περιμένουν,
μόν’ καρτερούν την άνοιξη, τ’ όμορφο καλοκαίρι,
να πρασινίσουν τα βουνά, να λουλουδούν οι κάμποι.
Ο Γιώργος Ζαμπέτας όμως βλέπει πιο θετικά την πορεία προς την Τρίτη ηλικία, όταν μιλά για τα χαρακτηριστικά του πενηντάρη, όπως θα ακούσουμε αργότερα από τα παιδιά του Μουσικού συνόλου Λαϊκό ρεμπέτικο.


Αυτή την απαισιόδοξη του ανθρώπου στάση προς την τρίτη ηλικία έρχεται η εκκλησία να αναθεωρήσει θεωρώντας τα γηρατειά ως δώρο και εύνοια Θεού, εύχεται κατά τον γάμο: «αξίωσον αυτούς εν γήρει πίονι καταντήσαι εν καθαρά καρδία εργαζομένους τας εντολάς Σου». Και στη Θ. Λειτουργία υπάρχει η ευχή: «τους πρεσβύτας περίζωσον» (Θ. Λειτ. αγ. Γρηγ. Θεολ.) και «το γήρας περικράτησον» (Μ.Βασίλ.) και τονίζεται ότι οι γέροι βρίσκουν σε αυτήν την ηλικία την «υπαρξιακή τους εστία». Του τονώνει το αίσθημα της ζωής, που υπερβαίνει την αίσθηση του επερχόμενου βιολογικού του θανάτου. Εκπληκτική είναι η επιγραφή στο τάφο ενός εβδομηντάρη γέρου: «ενθάδε κείται εβδομηκοντούτης, όστις έζησε μόνον επτά έτη» δηλ. τα τελευταία της ζωής του, μετά την επιστροφή του στο Θεό!…Και κατά τη θεία λειτουργία εύχεται «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα

Κυρίες και κύριοι,
Θα μπορούσαμε να αναλώσουμε πολύ χρόνο και όσο περισσότερο ψάχνουμε τόσο περισσότερο είναι το υλικό που μπορεί να βρει κάποιος γύρω από το θέμα αυτό. 
Όπως είναι και γεγονός ότι οι παλαιότερες κοινωνίες γνώριζαν να τιμούν την πείρα, την ψυχραιμία και την οξυδέρκεια των πρεσβύτερων. 
Στη σημερινή εποχή σε μια κοινωνία που φαίνεται ότι δεν «ανέχεται» και τόσο τα γηρατειά, σε μια εποχή που η μορφή της πυρηνικής οικογένειας έχει εξοβελίσει την τρίτη ηλικία από τα τεράστια –σε μεγάλο ποσοστό- τετραγωνικά των άνετων σπιτιών μας είτε γιατί δεν μπορούμε είτε γιατί τις περισσότερες φορές δε θέλουμε, προφασιζόμενοι διάφορα ή και μεροληπτώντας υπέρ των γονιών μας, αντιτιθέμενοι στους γονείς του/της συντρόφου μας, ας ευχηθούμε- όταν θα φτάσουμε να είμαστε στην ηλικία να περπατάμε με το τρίτο πόδι- ομοιάζοντας με το ον που η Σφίγγα ρωτούσε τους περαστικούς- να μοιάσουμε στον Τέλλο τον Αθηναίο, ο οποίος έζησε και θεωρείται από τον Σόλωνα ως πιο ευτυχής, καθώς σε όλη τη ζωή του, έζησε έχοντας κοντά του όλα τα παιδιά του παντρεμένα και ευτυχισμένα. 
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ 18
Ή τουλάχιστον επειδή οι νέες οικονομικές συνθήκες (Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Μας ΚΑΝΕΙ ΦΤΩΧΟΤΕΡΟΥΣ, ΛΙΓΟΤΕΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΓΈΡΟΥΣ) αποδυναμώνουν τη σημερινή κοινωνία και της αφαιρούν το νεανικό και σφριγηλό κομμάτι της με πολλούς νέους μας να φεύγουν για τη «γη της επαγγελίας», το εξωτερικό ας ευχηθούμε να έχουμε ένα χέρι του/της συντρόφου, ή της αλλοδαπής κυρίας –γυναίκας ή της νοσηλεύτριας του ευαγούς ιδρύματος που θα μας κουράρει.
Ένα χέρι που θα μας βοηθά να κάνουμε τα τελευταία βήματά μας πάνω στη Γη…μια και τούτη η ζωή μια φορά μας χαρίζεται…..
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ