Ρεμπέτικο τραγούδι
Αποστολάκης Στάθης μαθητής Α΄ Λυκείου
Ιστορικά
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι ένα είδος ελληνικού λαϊκού τραγουδιού που έχει τις ρίζες του στην εποχή του Βυζαντίου. Αναπτύχθηκε κυρίως στα παράλια της Μικρά Ασίας ,καθώς και τη Σµύρνη, την  Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Αρχικά εξέφρασε κοινωνικές οµάδες που ζούσαν στις φτωχογειτονιές των αστικών κέντρων. Σιγά σιγά, το ρεμπέτικο μεταφέρθηκε στην κυρίως Ελλάδα μετά την καταστροφή της Σµύρνης. Οι κάτοικοι της Σµύρνης μεταναστεύοντας στην Ελλάδα μετέφεραν τα ήθη και έθιµα τους, ένα από τα οποία ήταν και το ρεμπέτικο τραγούδι.
Tο ρεμπέτικο τραγούδι πήρε κατά καιρούς ποικίλες ονομασίες. Οι πιο συνηθισμένες είναι μόρτικο, μάγκικο, βλάµικο, αλανιάρικο, σερέτικο, ατζέµικο, αντάµικο, τσαχπίνικο, μπερμπάντικο, νταήδικο, νταλγκαδιάρικο, δερβίσικο, τεκετζίδικο, χασικλίδικο, απάχικο, μποέµικο, ασίκικο, ντερμπεντέρικο, λεβέντικο, κουτσαβάκικο, γιουρούκικο, μουρμούρικο κ.ά., μέχρι να οριστικοποιηθεί, στις αρχές του 20ού αιώνα, το όνοµα “ρεμπέτικο”.
Η ονομασία “ρεμπέτικο” προέρχεται από τη λέξη “ρεμπέτ”, που μάλλον εμφανίζεται στο έδαφος της Σερβίας, πιθανότατα ανάμεσα στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς του Κοσσόβου. Ρεμπέτ είναι ο ατίθασος, ο ανυπότακτος στην κοινωνική αναγκαιότητα της ανθρώπινης συμβίωσης. Στη δική μας γλώσσα εμφανίζεται ο όρος “ρέμπελος”. Είναι ιταλική λέξη και είναι αυτός που ανήκει σε ένοπλο αντάρτικο σώμα. “Ρεμπελιά”, στη δική μας παράδοση, σημαίνει “επανάσταση”. Ιστορικά, εμφανίζεται στη Ζάκυνθο τον 17ο αιώνα, το περίφημο “ρεμπελιό των ποπολάρων “. Έτσι ονομάστηκε η εξέγερση του λαού της Ζακύνθου ενάντια στους ευγενείς και τους γαιοκτήμονες, οι οποίοι με την αρχή των Βενετών καταδυνάστευαν τη λαϊκή μάζα.


Περίοδοι του ρεμπέτικου τραγουδιού

Το ρεμπέτικο χωρίζεται σε τρεις κύκλους. Ο πρώτος ξεκινάει γύρω στο 1922, από τους πρόσφυγες, τους φαντάρους, τους φυλακισμένους. Σε εκείνη την δεκαετία, το ’30, ακούγονται δίσκοι με ονόματα μεγάλων ερμηνευτών, όπως της Ρόζας Εσκενάζυ. Αυτός ο κύκλος έχει στοιχεία σμυρναίικα, με πρώτα όργανα το ούτι και το σαντούρι. Στον δεύτερο κύκλο κυριαρχούν το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς. Είναι η εποχή που το ρεμπέτικο αρχίζει να βγαίνει από το περιθώριο. Εκεί δεσπόζουν τα ονόματα του Βαμβακάρη, του Δελιά, του Μπάτη, του Μπαγιαντέρα. Ο τρίτος κύκλος είναι ο κύκλος του Τσιτσάνη, η εποχή της πείνας, του πολέμου, του τρόμου, των φυλακών, του Εμφυλίου και του κρεματορίου.

1η Περίοδος (1922-1932)
Την περίοδο αυτή ακμάζει το σμυρναίικο τραγούδι, το οποίο αποτελεί ένα είδος ρεμπέτικου τραγουδιού. Η Σμύρνη υπήρξε το σταυροδρόμι εκείνο στο οποίο συναντήθηκαν οι μουσικές της Ανατολής και της Δύσης. Οι ορχήστρες της έπαιζαν ευρωπαϊκή, λαϊκή και τούρκικη μουσική. Επίσης, οι λαϊκοί καλλιτέχνες ήταν πολύ δημοφιλείς στη Σμύρνη, όπως ήταν και η σμυρναίικη σχολή του ρεμπέτικου. Με την καταστροφή της Σμύρνης το 1922 και το τεράστιο κύμα προσφυγιάς που κατέκλυσε την Ελλάδα, ήλθε και το αστικό σμυρναίικο τραγούδι. Οι Μικρασιάτες δημιουργοί για να μπορέσουν να επιβιώσουν φτιάχνουν μουσικά συγκροτήματα, με κύρια όργανα το σαντούρι και το βιολί. Σιγά σιγά λειτουργούν και ταβέρνες, όπου τραγουδιέται το ρεμπέτικο σμυρναίικο τραγούδι. Σε αυτά τα κέντρα θα ακουστούν τραγούδια για τον πόνο και τα βάσανα της προσφυγιάς, για τον τεκέ και το χασίς, θύματα του οποίου θα γίνουν πολλοί δημιουργοί του ρεμπέτικου τραγουδιού. Από τους πιο γνωστούς δημιουργούς του ρεμπέτικου τραγουδιού, εκείνη την εποχή, είναι οι Παπάζογλου, Σωφρονίου, Τούντας, Σκαρβέλης κ.ά.
Μερικά τραγούδια τους είναι: "Τι σου λέει η μάνα σου για μένα", "Πέντε χρόνια δικασμένος",  "Ρεμπέτες", "Η μπαμπέσα", "Μη μου λες γιατί περνάω", "Μαρίτσα μου" κ.ά., ενώ, παράλληλα, πολλοί από τους Μικρασιάτες δημιουργούς του θα στελεχώσουν τις δισκογραφικές εταιρείες, όπως ο Τούντας, ο οποίος υπήρξε υπεύθυνος φωτογραφήσεων των εταιρειών Columbia και Odeon. Το σμυρναίικο ρεμπέτικο τραγούδι θα κυριαρχήσει μέχρι και το 1935.

2η Περίοδος (1932-1938)
Η κλασική περίοδος. Τα πρώτα ρεμπέτικα τραγούδια αυτής της περιόδου αναφέρονται κυρίως σε παραβατικές πράξεις και σε ερωτικές σχέσεις, ενώ το κοινωνικό στοιχείο στην θεµατική είναι περιορισμένο. Στην περίοδο αυτή  κυριαρχεί το πειραιώτικο στυλ µε κυριότερο εκφραστή τον Μάρκο Βαμβακάρη. Παράλληλα αρχίζουν να γράφουν ρεμπέτικα και οι Σµυρνιοί συνθέτες. Το 1937 εµφανίζεται ο Βασίλης Τσιτσάνης και περίπου την ίδια περίοδο και ο Μανώλης Χιώτης. Το 1938 επιβάλλεται από το καθεστώς του Μεταξά λογοκρισία. Το περιεχόμενο αλλάζει αναγκαστικά. Οι αναφορές στο χασίσι, στους τεκέδες και στους ναργιλέδες εκλείπουν.

3η Περίοδος (1938-περ. 1960)

Τραγούδια γράφονται και κατά τη διάρκεια της κατοχής. Όμως, δεν περνάνε στη δισκογραφία γιατί τα εργοστάσια παραµένουν κλειστά µέχρι το 1946. Από τη στιγµή αυτή κυριαρχεί ο Βασίλης Τσιτσάνης μαζί µε την Μαρίκα Νίνου, ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Οι περισσότεροι παλιοί ρεμπέτες μένουν όµως στο περιθώριο. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πεθαίνουν αρκετοί από τους Σµυρνιούς συνθέτες (πχ. Παναγιώτης Τούντας), οι άλλοι όµως, του πειραιώτικου, είναι εν ζωή και µε δυσκολία προσπαθούν να συντηρήσουν τους εαυτούς τους. Ο Μάρκος Βαμβακάρης αναφέρει στην αυτοβιογραφία του πως "έτρεχε στα νησιά και στα πανηγύρια". Στην δεκαετία του 1950 εµφανίζονται νέοι τραγουδιστές όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Σωτηρία Μπέλλου.
Το ρεμπέτικο βρίσκει απήχηση σε όλο και μεγαλύτερα στρώµατα του πληθυσμού. Αυτό έχει ως αποτέλεσµα  να επεκταθεί η θεματολογία του (εµφάνιση αρχοντορεµπέτικων) και να αλλάξουν οι χώροι στους οποίους ακουγόταν. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι περισσότεροι ερευνητές τοποθετούν τον θάνατο του ρεμπέτικου.

Μετέπειτα εποχή (1960 και μετά)

Στη δεκαετία του 1960 το ρεμπέτικο νεκρανασταίνεται. Τα άρθρα που γράφτηκαν, οι φιλότιµες προσπάθειες αρκετών φοιτητών, ο κορεσµός του κόσµου από τα ινδικά, η ηχογράφηση του Επιτάφιου του Θεοδωράκη το 1960, είχαν ως αποτέλεσµα οι δισκογραφικές εταιρείες να αρχίσουν να ηχογραφούν εκ νέου ρεμπέτικα. Ηχογραφήθηκαν μερικά παλιά, κυρίως µε τις φωνές του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Σωτηρίας Μπέλλου. Ρεμπέτες όπως ο Μάρκος και ο Στράτος ξαναβρήκαν δουλειά στα μαγαζιά. Εν τω μεταξύ άρχισαν να διοργανώνονται ρεμπέτικες μουσικές βραδιές όπου ο κόσµος, κυρίως φοιτητές, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει παλιούς ρεμπέτες. Το 1961 ο Χριστιανόπουλος κυκλοφορεί ένα δοκίµιο και διεκδικεί γι' αυτό τον τριπλό τιµητικό τίτλο: της πρώτης ρεμπέτικης βιβλιογραφίας, της πρώτης ανθολογίας ρεμπέτικης στιχουργίας και, ως προς την ανατυπωμένη του μορφή, της πρώτης μονογραφίας επί του αντικειμένου. Το 1968 κυκλοφορεί το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου "Ρεμπέτικα Τραγούδια", το βιβλίο που, µάλλον, καθιέρωσε τον όρο "ρεμπέτικα" για τα τραγούδια αυτά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 πεθαίνουν μερικοί από τους μεγαλύτερους ρεμπέτες (Στράτος 1971, Μάρκος 1972). Από τη στιγµή εκείνη αρχίζουν να δισκογραφούν οι περισσότεροι ρεμπέτες, εκδίδονται βιογραφίες (Βαμβακάρης 1973, Ροβερτάκης 1973, Ρούκουνας 1974, Τσιτσάνης 1979, Μουφλουζέλης 1979 κ.λπ.) και εµφανίζονται πολλές ρεμπέτικες κοµπανίες. Ταυτόχρονα ιδρύονται κέντρα για την μελέτη του ρεμπέτικου τραγουδιού
και οι πανεπιστημιακοί λαογράφοι αρχίζουν να το μνημονεύουν. Τη δεκαετία του 1980 γυρίζονται ταινίες (Ρεμπέτικο του Κ. Φέρρη µε τραγούδια των οποίων η θεµατολογία  και η μουσική  προσομοιάζουν σε αυτά των ρεμπέτικων.), τηλεοπτικές σειρές (Μινόρε της Αυγής), επιθεωρήσεις (Μινόρε της Αλλαγής). Το 1984 πεθαίνει ο Βασίλης Τσιτσάνης και η κηδεία του γίνεται δηµόσια δαπάνη. Το ρεμπέτικο καταχωρίζεται ως έγκυρο μουσικό είδος σε έγκυρα διεθνή εγχειρίδια μουσικολογίας. Ιδρύονται μουσεία, διοργανώνονται συνέδρια, εγκρίνονται μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές.