Πατσέας Λεωνίδας, μαθητής της Γ2 Γυμνασίου

Γύρω στα 1963 ένας νέος ταλαντούχος δημιουργός κάνει την εμφάνισή του στο καλλιτεχνικό στερέωμα της Ελλάδας, ο Σταύρος Ξαρχάκος που φέρνει τη δική του μουσική πρόταση, δίνοντας και μια λύση στο «μουσικό διπολισμό», που οι δύο πρώτοι μεγάλοι δημιουργοί Μ. Xατζιδάκις και Μ. Θεοδωράκης παραλίγο να προκαλέσουν και που κόντευε να εξελιχθεί σε «ιερό πόλεμο» στο χώρο της μουσικής: Αποτέλεσμα της προτίμησης του κοινού στον έναν από τους δύο. Σ' αυτό συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό οι ιδεολογικές, οι πολιτικές αλλά και οι αισθητικές αντιλήψεις και εκτιμήσεις του φιλόμουσου κοινού.

Πολύ νεότερος των δύο πρώτων, ο Σταύρος Ξαρχάκος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου του 1939, όπου και μεγάλωσε. Από την αρχή της σταδιοδρομίας του ο εκλεκτό ς συνθέτης διακρίνεται ως εξαίρετος τραγουδοποιός και ξεxωρίζει για τις ευρηματικές μελωδικές γραμμές των τραγουδιών του, κατορθώνοντας να δημιουργήσει το προσωπικό του ύφος κάτω από τη σκιά των δύο μεγάλων Μ. Θεοδωράκη και Μ. Xατζιδάκι. Ήταν πολύ φυσικό μέχρις ενός σημείου να έχει επηρεαστεί από τους δύο πρώτους. Όμως δεν τους αντιγράφει. Τουναντίον, παίρνοντας τη σκυτάλη απ' αυτούς, προχωρεί σε δικές του μουσικές αναζητήσεις και, ανταποκρινόμενος στα κελεύσματα των καιρών, καταφέρνει με το νεανικό ταμπεραμέντο του να δημιουργήσει τη δική του μουσική γλώσσα, απλή και κατανοητή στο ευρύ κοινό.

Ο Σταύρος Ξαρχάκος σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών και στην αρχή της σταδιοδρομίας του γράφει μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Πρώτη του μεγάλη επιτυχία είναι η μουσική που έγραψε για την κινηματογραφική ταινία «Κόκκινα Φανάρια» το 1963. Τα τραγούδια «Άπονη ζωή», «Φτωχολογιά» και το «Παράπονο» έγιναν από τη πρώτη στιγμή μεγάλες επιτυχίες. Κάτω από τον ίδιο τίτλο κυκλοφορεί και ο πρώτος του μεγάλος δίσκος που πλουτίζεται με τις επιτυχίες «Καισαριανή», «Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι» και άλλα ωραία τραγούδια, όλα σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Την ίδια περίπου εποχή, γύρω στο 1964, γράφει τις επιτυχίες «Τα δάκρυά μου είναι καυτά» και «Βαρκαρόλα» σε στίχους Βαγγέλη Γκούφα από την ταινία «Ταξίδι». Ακολουθούν τα τραγούδια «Όνειρο δεμένο», «ο χορός του Σάκαινα» αλλά και το αξεπέραστο «Χάθηκε το φεγγάρι», σε στίχους Βαγγέλη Γκούφα από την ταινία «Λόλα». Με ερμηνεύτρια τη μεγάλη Βίκυ Μοσχολιού, που τότε έκανε τα πρώτα βήματά της, γίνεται «κλασικό» στο είδος του.

Ταλαντούχος δημιουργός ο Σταύρος Ξαρχάκος, «πατώντας» -γερά στις ρίζες του λαϊκού τραγουδιού, -γύρω στο 1966 γράφει τις μεγάλες του επιτυχίες «Υπομονή» και «Τα τραίνα που φύγαν». Ωστόσο ο δίσκος που κάνει ιδιαίτερη αίσθηση στο πλατύ κοινό είναι το «Ένα μεσημέρι» σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Όλοι οι Έλληνες τραγουδούν «Στου Όθωνα τα χρόνια», «Μάτια βουρκωμένα», «Άσπρη μέρα και για μας», «Λευτέρης» κτλ. Ανήσυχο πνεύμα, παρά την καθιέρωση που γνώρισε, το 1967 πηγαίνει στο Παρίσι όπου, για 4 χρόνια παίρνει μαθήματα σύνθεσης από τη Nadia Boulanger. Συνεχίζει τις σπουδές του στο ]ulliard School of Music της Νέας Υόρκης με τον David Diamond μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '70. Όλ' αυτά τα χρόνια ο Ξαρχάκος τα περνάει μεταξύ Ελλάδας και εξωτερικού, μελετώντας και γράφοντας διαρκώς μουσική. Μελέτησε επίσης διεύθυνση ορχήστρας, αρμονία και σύνθεση. Όλες αυτές οι γνώσεις του στη λόγια μουσική δεν τον απομακρύνουν από τον αρχικό στόχο του που είναι η σύνθεση έργων στην έντεχνη λαϊκή μουσική. Από τα έργα της λόγιας μουσικής παραθέτουμε: «Σουίτες Μπαλέτου», «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα», «Κοντσέρτο για κρουστά, πιάνο, φωνή και έγχορδα», «14 τραγούδια για κλασική κιθάρα» και «Αναμνήσεις - σουίτα για ορχήστρα», «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, καντάτα σε ποίηση Φρ. Γκαρθία Λόρκα». Έχει κυκλοφορήσει πάνω από 50 δίσκους, όπως «Νυν και αεί», «Συμφωνία της Γιάλτας και της πικρής αγάπης», «ο Δείπνος ο Μυστικός», «Τα Κατά Μάρκον», «Θεμιστοκλέους 43» και «Ελλάς χωρίς ερείπια».

Δεν μπορούμε όμως, να μη σταθούμε στο βραβευμένο έργο «Το Ρεμπέτικο» (1983) σε σκηνοθεσία Κώστα Φέρρη, όπου ο Ξαρχάκος έχει ξεπεράσει τον ίδιο τον εαυτό του. Με τη δεξιοτεχνική μουσική του γραφίδα έγραψε μελωδίες βασισμένες στο -γνήσιο ρεμπέτικο τραγούδι, σε ευρηματικές ενορχηστρώσεις και κατάφερε να μας μεταφέρει στους μαγευτικούς κόσμους του ρεμπέτικου είδους: τραγούδια που αργότερα ερμήνευσαν και πολλοί άλλοι αξιόλογοι τραγουδιστές. Βέβαια αρκετά έργα του έχουν βραβευτεί σε διάφορα φεστιβάλ.

Με πολλαπλά ενδιαφέροντα ο Σταύρος Ξαρχάκος, στη δεκαετία του '80 συμμετείχε ενεργά και στην πολιτική. Εξελέγη πρώτα ως Σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων και αργότερα ως Αντιδήμαρχος Πολιτιστικών Θεμάτων, συμβάλλοντας δραστικά στην ανέλιξη των καλλιτεχνικών δρώμενων της Αθήνας. Δύο φορές είχε εκλεγεί βουλευτής Αθηνών. Το 1999 εξελέγη ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Το Μάιο του 1994 ανακηρύχτηκε Διδάκτωρ Καλών Τεχνών σε Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Επίσης είναι καλλιτεχνικός Διευθυντής και Μαέστρος της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής.

Όσοι ευτύχησαν να παρακολουθήσουν το Σταύρο Ξαρχάκο να διευθύνει την ορχήστρα του στη διάρκεια συναυλίας, ιδιαίτερη εντύπωση έκαμε η άνεση, η δεξιοτεχνία, οι ποικιλόχρωμοι χρωματισμοί, το σφρίγος, η ζεστασιά στο κάθε τραγούδι του, καθώς και η αμεσότητα που είχε με τους ερμηνευτές και τους μουσικούς του. Προ πάντων, όμως, ο σεβασμός του απέναντι στοκοινό του, απόρροια της συγκρoτημένης προσωπικότητας, του ταλέντου, αλλά και της άρτιας τεχνικής του κατάρτισης.