Open menu

  ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

 ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΩΝ

 1. Τα όργανα (παιχνίδια, λαλούμενα, βιολιά)

Η κομπανία που έπαιζε στα πανηγύρια, αποτελούνταν από λαούτο, σαντούρι και βιολί. Το κλαρίνο ήρθε στην Ελλάδα τον 18ο αιώνα (εισηγητής ο Νικολάκης Σουλεϊμάνης) από το εξωτερικό και το συναντάμε στα πανηγύρια στις αρχές του 20ου αιώνα. Από μαρτυρία του μουσικολόγου Θ. Ακρίδα μπήκε στην κομπανία στην περιοχή Μεσολογγίου πριν το 1950. Το ντέφι, αντίστροφα το συναντάμε μετά την 10ετία του ’50 ενώ το σαντούρι απομακρύνεται σιγά - σιγά.

Στα μεγάλα πανηγύρια των αρματωμένων της περιοχής Μεσολογγίου διατηρείται ο ζουρνάς. Χρησιμοποιείται ο ζουρνάς εδώ, λόγω της έντασης του ήχου, που παράγει και μπορεί να ακούγεται πολύ δυνατά. Συγκεκριμένα παίζουν δύο ζουρνάδες. Ο ένας κρατάει την μελωδία και ο δεύτερος τα μπάσα. Μαζί με τους ζουρνάδες συνυπάρχει και το νταούλι.

Μετά το πόλεμο και λόγω της εισχώρησης των λαϊκών τραγουδιών στα ακούσματα των πανηγυριών γεννήθηκε η ανάγκη και της σύμπραξης ή της συνύπαρξης ακριβέστερα και του μπουζουκιού στα όργανα του συγκροτήματος. Τελευταία έγινε προσπάθεια να εισαχθεί και το κλαρίνο στο πανηγύρι των αρματωμένων του Αη Συμιού, αλλά κατακρίθηκε και αποσύρθηκε. Σήμερα όμως δεν υπάρχουν πολλοί και καλοί ζουρνατζήδες, γιατί οι νέοι στρέφονται σε άλλα όργανα (κυρίως κλαρίνο), γιατί αυτά «έχουν ψωμί».

«Μαζί με το τραγούδι και τα παλαμάκια, ο ελληνικός λαός χρησιμοποιεί από παλιά κάθε δυνατό συνδυασμό οργάνων για να συνοδέψει το τραγούδι και το χορό του. Εκτός όμως από τους όποιους περιστατικούς συνδυασμούς, που υπαγορεύονται συνήθως από το κέφι των γλεντοκόπων και τα υπάρχοντα όργανα μερικοί συνδυασμοί οργάνων καθιερώθηκαν με τον καιρό ως οργανικά συγκροτήματα, χαρακτηριστικά της μουσικής ζωής σε ορισμένες περιοχές, όπως π.χ. η Αχλαδόσχημη λύρα και το λαγούτο στην Κρήτη. Από τα λαϊκά αυτά συγκροτήματα, τα πιο γνωστά, πανελλήνια είναι η Νησιώτικη Ζυγιά, Βιολί και Λαγούτο ή Ζυγιά, Ζουρνάς και Νταούλι, της Ηπειρώτικης Ελλάδας και η κομπανία, που αποτελείται από Κλαρίνο, Βιολί, Λαγούτο και Σαντούρι. Η Ζυγιά Ζουρνάς και Νταούλι, με το δυνατό και διαπεραστικό ήχο της ήταν και εξακολουθεί να είναι «όσο υπάρχει ακόμα» το οργανικό συγκρότημα για τον ανοιχτό χώρο, για το πανηγύρι ή το γλέντι στην πλατεία του χωριού. Αντίθετα η κομπανία, με κύριο μελωδικό όργανο το κλαρίνο, αντιπροσωπεύει σήμερα το κατεξοχήν οργανικό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας, κατάλληλο ιδιαίτερα και για το κλειστό χώρο, χάρη στον μαλακό και εύκαμπτο σε αποχρώσεις ήχο των οργάνων της. Η κομπανία συναντιέται άλλοτε με τραγουδιστή και άλλοτε με περισσότερα ή λιγότερα όργανα χωρίς αυτό να αλλοιώνει την κλασική της σύνθεση: Κλαρίνο Βιολί Λαγούτο Σαντούρι. Η κομπανία αντικαθιστά σιγά σιγά τη Ζυγιά Ζουρνά και Νταούλι.»

«Λαϊκά Μουσικά Όργανα» Β.Ανογειανάκης 

2. Φύλλο Δέντρου

Παλιότερα όταν οι διασκεδάσεις δεν είχαν μουσικά όργανα ορισμένοι γλεντοκόποι «έπαιζαν» διάφορους σκοπούς με ένα φύλλο δέντρου ανάμεσα στα χείλη και στα δόντια. Μ’ αυτό τον τρόπο κρατούσαν ένα γλέντι, το τραγούδι και το χορό. 

3. Βιολί

Το πιο μικρό σε μέγεθος όργανο της οικογένειας των εγχόρδων κατάγεται από την Ινδία (είχε το όνομα Ρεμπέκ). Από την Ινδία πέρασε στην Περσία, Αραβία, Ισπανία. Στην Ιταλία του 17ου αιώνα αποτελεί το βασικό όργανο της ορχήστρας δωματίου. Το σημερινό του σχήμα το παίρνει στην Κρεμόνα της Ιταλίας του 18ου αιώνα. Εκεί εμφανίζονται περίφημοι κατασκευαστές βιολιών όπως ο Αμάτι, Γκουαρνέρι και ο Στραντιβάρι. Το βιολί κατασκευάζεται από τουλάχιστον 70 διαφορετικά κομμάτια αποξηραμένων ξύλων που κολλούνται και βάφονται με ειδικά υλικά ώστε να έχει αυτόν τον τόσο υπέροχο ήχο.

Το βιολί περνάει γρήγορα στην λαϊκή μουσική και αποτελεί βασικό και ιδιαίτερα αγαπητό όργανο της παραδοσιακής Ζυγιάς (βιολί λαγούτο σαντούρι). Είναι απαραίτητο στην λαϊκή ορχήστρα ως σήμερα. Τα βιολιά των λαϊκών βιολιστών της Αιτωλ/νιας ή παραγγέλνονταν στην Ιταλία ή κατασκευάζονταν στην Αθήνα από Έλληνες οργανοποιούς (Πανήγυρης, Ζαφειρόπουλος κ.α.) Με τη λέξη «βιολιά» εννοούν όχι μόνο το όργανο βιολί, αλλά ολόκληρη την Ζυγιά. Τα όργανα (Ζυγιά) τα ονομάζουν και παιχνίδια.

«Τότε τας τρεις ημέρας του Πάσχα έδιναν άδεια οι Ρωμαίοι να φορούν ό,τι θέλουν και να χορεύουν εις το φανάρι και εις τους πλησίον εκεί τόπους παρρησία εις τα σοκάκια, μέσα εις τους στρατούς και να φωνάζουν και να τραγουδούν με βιολιά και με άλλα μουσικά όργανα».

(18ος αιώνας μ.Χ.) Θ.Ν. Φιλαδελφεύς.

«Ιστορία των Αθηνών επί Τουρκοκρατίας, από του 1400 μέχρι του 1800» Αθήναι 1902.

 4. Λαούτο (Λαγούτο)

 Στην οικογένεια του Λαούτου ανήκουν ο ταμπουράς, το ούτι, το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς, η κιθάρα κ.α. Από την Αραβία πέρασε στην Ισπανία 8ο αιώνα. Έως τον 13ο αιώνα δέχεται πολλές αλλαγές, αποκτά ως και έξι ζευγάρια χορδών και συνοδεύει τους τροβαδούρους στις περιπλανήσεις τους. Σήμερα οι χορδές του είναι πλαστικές ή μεταλλικές. Τα μακριά λα(γ)ούτα, με μικρό ηχείο και μακρύ χέρι είναι τα αρχαιότερα της οικογένειας του λαγούτου (3η χιλιετία π.Χ. Μεσοποταμία).

Σ΄ αυτόν τον τύπο ανήκει και το αρχαιοελληνικό τρίχορδο, πανδουρίς (πανδούρα). Στον τύπο του κοντού λαούτου ανήκει το Αραβικό λαούτο, ούτι, που το συναντάμε και στην Ελλάδα. Το σημερινό ελληνικό λαούτο, με το μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο και το μακρύ χέρι διαμορφώνεται στον ελλαδικό χώρο περίπου το 17ο αιώνα μ.Χ. Αυτό το λαγούτο σε πολλά μέρη το αποκαλούν και ταμπουρά. Το λαούτο ή λαγούτο είναι όργανο παραδοσιακής μουσικής κυρίως συνοδευτικό. Η πένα του λαούτου γίνεται από φτερό όρνιου. (Αυτή θεωρείται καλύτερη.) 

Το λαούτο στην Δημοτική Ποίηση και στον Έντεχνο Λόγο

Φέρτε μου το λαγούτο μου με τσ’ ασημένιες κόρδες,
Να τραγουδήσω χλιβερά, να κλαίγω πικραμένα.

(Ακριτικό Τραγούδι)
Ήπαιρνε το λαγούτο του και σιγανά επορπάτει
και εχτύπαν το γλυκιά αναδια στο παλάτι.
…Οι κόρδες του λαγούτου ντου παλλιά ‘ν και κιλαηδούσι
.
(Ερωτόκριτος Β. Κορνάρος)
και έκατζεν και εφθείασεν ωραίον ερηνόν λαβουτον
(Έπος Διγενή χειρ. Εσκοριάλ)  

5. Λαουτοκιθάρα

 Είναι καθαρά στη μορφή αλλά με αριθμό χορδών και κούρδισμα λαούτου. Εμφανίζεται μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και σήμερα σιγά σιγά εξαφανίζεται.

 6. Σαντούρι

 Είναι τραπεζοειδές έγχορδο με μεταλλικές χορδές. Παίζεται με δύο ραβδάκια τυλιγμένα στις άκρες με κλωστή ή βαμβάκι, που ονομάζονται μπουκέτες. Τοποθετείται πάνω στα πόδια του εκτελεστή ή πάνω στο τραπέζι ή και κρεμασμένο από το λαιμό του.

Η πλατιά διάδοσή του οφείλεται στους Έλληνες της Μικράς Ασίας που έρχονται μετά την καταστροφή του `22. Το σαντούρι ωστόσο παιζόταν και πρίν το `22 στην Ηπειρωτική και Νησιωτική Ελλάδα. Χάρη στις τεχνικές και εκφραστικές του δυνατότητες γίνεται απαραίτητο όργανο στις κομπανίες (βιολί λαγούτο σαντούρι).

Το Σαντούρι είναι μία παραλλαγή του ψαλτηρίου (το κανονάκι των Μεσαιωνικών χρόνων). Ήδη από τον Αριστοτέλη Θεόφραστο Αθηναίο, έχουμε αναφορές για μουσικά όργανα τύπου ψαλτηρίου με τα ονόματα: τρίγωνον ψαλτήριον, επιγόνειον, μάγαδις κ.α.

Μεγάλος δεξιοτέχνης του Σαντουριού ήταν και ο συντοπίτης μας (Αγρινιώτης) Αριστείδης Μόσχος.

Αυτός και ο αδελφός του Κώστας, έπαιξαν συχνά στα πανηγύρια στις δεκαετίες `50 & `60.

 7. Ζυγιά

 Ζυγιά σημαίνει ζευγάρι, συγκρότημα 2 ή 3 οργάνων. Στη Νότια Αιτωλία αποτελείται από 2 ζουρνάδες και 1 ντα(β)ούλι. Οι αρματωμένοι και η Ζυγιά είναι άρρηκτα δεμένοι. Κάθε παρέα έχει την δική της Ζυγιά, όπως οι κλέφτικες ομάδες. Η Ζυγιά στην Δ. Ρούμελη διαφέρει από την Μωραΐτικη και την Καρπενησιώτικη γιατί οι πίπιζες και τα νταούλια είναι μικρότερα και οι ήχοι τους μαλακότεροι.

 8. Ζουρνάς

 Ήρθε στην Ελλάδα από την Ασία τον 12ο 13ο αιώνα μ.Χ. Είναι όργανο τύπου όμποε, με διπλό γλωσσίδι που κατασκευάζεται από ξύλο, το μήκος του οποίου φτάνει τα 20 εκατοστά και έχει σχήμα κωνικό. Την σημερινή μορφή του Ζουρνά έδωσαν τεχνίτες από την Πεντάλοφο (Παγουραίοι). Μίκρυναν το μήκος του Ζουρνά για να μπορούν να τον βάζουν στην τσέπη του σακακιού τους ή το ζωνάρι και να τον έχουν μαζί τους στις μετακινήσεις τους. Μικραίνοντας το Ζουρνά μίκρυναν και το μέγεθος του Νταουλιού για να ανταποκρίνεται ο ήχος του στον ήχο του Ζουρνά. 

9. Τζαμάρα (σιδερένια φλογέρα)

 Παλιά στη Δ. Ρούμελη παιζόταν η Τζαμάρα, αλλά όταν οι Ρουμελιώτες συνέκριναν τον ήχο του ζουρνά με της Τζαμάρας έπλασαν την εξής παράδοση:

«Την Τζαμάρα την έφτιαξε ο Χριστός και το ζουρνά ο διάβολος. Σίντας άκουσε ο διάβολος πως η Τζαμάρα ελάλαγε καλύτερα από το ζουρνά, εφτόνεψε και έκαμε κρυφά μια τρούπα στην κάτου μεριά από πίσω για να χαλάσει την φωνή της Τζαμάρας. Αλλά τότες η Τζαμάρα έβγαλε καλύτερη φωνή και έτσι έσκασε ο διάβολος από το κακό του. Την Τζαμάρα ότι ώρα και αν την λαλήσεις δεν φοβάσαι, ενώ το ζουρνά, αν τον λαλήσεις τα μεσάνυχτα μαζώνονται οι διάβολοι και σου παίρνουν την κρίση.» 

10. Το Νταούλι (νταβούλι)

 Είναι ένα μικρό τύμπανο, το μήκος του κυμαίνεται στα 20 εκ. και η διάμετρος του κυλίνδρου του γύρω στα 25 εκ. Παλιότερα ο κύλινδρος κατασκευαζόταν από ξύλο (πλατάνου) ενώ σήμερα από πλαστικούς σωλήνες.

Οι 2 άκρες του κυλίνδρου ντύνονται με γιδία, από δέρμα δηλαδή στερεό και χονδρό για να αντέχει στα χτυπήματα. Οι 2 όψεις του κυλίνδρου δεν είναι ίδιες. Η μία, η πρόσοψη καλύπτεται με πιο χονδρό δέρμα (εδώ χτυπάει ο νταουλιέρης με το νταουλόξυλο για να δώσει δυνατό ήχο) η άλλη καλύπτεται με πιο λεπτό δέρμα, είναι η ανάποδη. Την ανάποδη χτυπά ο νταουλιέρης με την νταουλόβεργα για να δώσει λεπτούς ήχους.

Νταουλόξυλο: Χονδρό ξύλο μήκους 35 εκ. και πάχους 15 χιλ. Στην άκρη που χτυπά το Νταούλι έχει ένα μικρό στρογγυλό εξόγκωμα.
Νταουλόβεργα: Ψιλή, στρογγυλή βέργα από ξύλο αγριελιάς μήκους 30 εκ. και πάχους 3 χιλ. 

11. Κλαρίνο

 Το Κλαρίνο είναι από τα πιο δημοφιλή πνευστά όργανα. Όσο βασικό θεωρείται το βιολί στην οικογένεια των εγχόρδων, άλλο τόσο βασικό είναι και το κλαρίνο στην οικογένεια των πνευστών, χάρη στο μελωδικό του ήχο. Η προέλευσή του χάνεται στο παρελθόν καθώς αγγίζει τις πρώτες μορφές ενός κυλινδρικού σωλήνα με καλάμι στο επάνω μέρος του που εμφανίζεται περίπου το 5 χιλ. π.Χ. Πιθανώς πρόγονός του και ο ελληνικός αυλός. Το πρώτο κλαρινέτο κατασκευάστηκε στη Νυρεμβέργη (1700) από ένα λαϊκό όργανο. Το κλαρίνο αποτελείται από ένα σωλήνα που στο ένα άκρο του έχει άνοιγμα σαν χωνί ενώ στο άλλο που είναι πιο στενό τοποθετείται το επιστόμιο. Ενδιάμεσα υπάρχουν πολλά «κλειδιά» χάρη στα οποία ο εκτελεστής μπορεί να παίζει πολύ γρήγορα περάσματα. Το κλαρίνο έρχεται στην Ελλάδα γύρω στα 1830 (Β. Ελλάδα) ενώ γύρω στα μέσα του 20ου αιώνα αρχίζει να εντάσσεται στην τοπική παραδοσιακή Ζυγιά. Διαδόθηκε στην Βαλκανική και την Μ. Ασία από τις μουσικές μπάντες του Οθωμανικού στρατού και τους τσιγγάνους που το παρέλαβαν από την Κ. Ευρώπη.

Το κλαρίνο ως λαϊκό όργανο είναι μια παραλλαγή του κλαρινέτου της ορχήστρας και με την πάροδο του χρόνου εκτόπισε τα λαϊκά όργανα μελωδίας όπως ο Ζουρνάς. Οι εμπειρικοί οργανοπαίχτες διατήρησαν το ιδιόμορφο φύσημα του ζουρνά με αποτέλεσμα το λαϊκό κλαρίνο να ακούγεται διαφορετικά από το συμφωνικό κλαρινέτο. Το Κλαρίνο μαζί με το Βιολί και το Λαγούτο αποτελούν την κομπανία ή κουμπανία, το κατεξοχήν λαϊκό συγκρότημα που αντικαθιστά σιγά σιγά την πατροπαράδοτη Ζυγιά νταούλι ζουρνά. Την εποχή που εμφανίζεται το κλαρίνο στην Ελλάδα (1800-1835) το Δημοτικό τραγούδι κλείνει το δημιουργικό του κύκλο. Χάρη όμως στις δυνατότητές του σε σύγκριση με το ζουρνά, το κλαρίνο παίρνει την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά όργανα και αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο και το κατεξοχήν εκφραστικό μουσικό όργανο στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Με το κλαρίνο επεξεργάζονται οι μουσικοί τις παλιές μελωδίες δηλαδή ξομπλιάζουν με όσο περισσότερα στολίδια τους φθόγγους ενός δημοτικού τραγουδιού. 

12. Ντέφι (ή Ντέλφι) ή νταϊρές στη Μακεδονία

Το Ντέφι είναι ένα ξύλινο στεφάνι με δέρμα τεντωμένο στη μια του πλευρά. Μέσα στο στεφάνι είναι ενσωματωμένοι μικροί μεταλλικοί δίσκοι που κινούνται σε αντιστοιχία με τους χτύπους στη μεμβράνη αλλά και μόνοι τους, αν κινήσουμε το ντέφι χωρίς χτύπημα. Στον ελλαδικό χώρο είναι γνωστό από τους αρχαιοελληνικούς χρόνους με το όνομα τύμπανον. Στα Βυζαντινά χρόνια το συναντάμε με τις ονομασίες Πληθία (τα) και σείστρον. Το ντέφι κυρίως συνοδεύει άλλα όργανα.

 « Γίνεται τόση ταραχή, μέχρι νεφών ανέβη,

όργανα, σείστρα, τύμπανα, βούκινα, μέλος άπαν.»
(Τα κατά Λύβιστρον και Ροδάμνην 14ος 15ος αιώνας)


 Κλαρίνο το … ΕΛΛΗΝΙΚΟ…

Λύρος Θεόδωρος, Γ2 Γυμνασίου

Η παρουσία του λαϊκού κλαρίνου στο χώρο της ελληνικής δημοτικής μουσικής αποτελεί ενδιαφέρον δείγμα για το πως ένα «ξένο» όργανο κατάφερε μέσα σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα (εκατόν πενήντα χρόνια), να αξιοποιηθεί, να αναρριχηθεί και να πάρει εξέχουσα θέση στις τάξεις των εθνικών οργάνων.

Το κλαρίνο (της Ελλάδας) είναι μία απλούστερη παραλλαγή του κλαρινέτου της ορχήστρας και ανήκει στα ξύλινα πνευστά μουσικά όργανα. Το όνομά του προέρχεται από το λατινικό clarus, που σημαίνει καθαρό.

Αποτελείται από τα εξής μέρη: α) επιστόμιο με μόνο γλωσσίδι, β) ηχητικό σωλήνα που «σπάει» σε άνω και κάτω σωλήνα, γ) «καμπάνα» και δ) ένα μετακινούμενο σύνδεσμο για τη ρύθμιση του τόνου.

Ο άνω σωλήνας έχει κυλινδρική διάτρηση και ο κάτω κωνική, πράγμα που επηρεάζει στη δημιουργία των αρμονικών τόνων. Στον άνω σωλήνα βρίσκονται τα κλειδιά για το αριστερό χέρι και στον κάτω σωλήνα για το δεξί.

Από την αρχαιότητα, υπάρχουν ανάλογα κυλινδρικά όργανα, κατασκευασμένα κυρίως από καλάμι. Αυτά χάνονται στη Δύση με την παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, για να ξανακάνουν την εμφάνιση τους γύρω στο 12ο αιώνα, προερχόμενα από την Ανατολή, στρατιωτικές μπάντες, στην Αναγέννηση όμως ο ρόλος τους άλλαξε και τα συναντάμε και στην κοσμική μουσική. Στην περίοδο του Μπαρόκ, στο κωνικό φλάουτο προστίθεται ένα κλειδί με αποτέλεσμα να γίνει πολύ δημοφιλές, όχι μόνο ως σολιστικό όργανο, αλλά και ως όργανο ορχήστρας. Οι συνθέτες της εποχής γράφουν πάνω του ολόκληρα κονσέρτα. Κατασκευάζεται από διάφορα «καλά» ξύλα και πολλές φορές φέρει συνδέσεις από ελεφαντοστούν. Πριν από διακόσια εβδομήντα χρόνια (1730), ο Γερμανός Γουσταύος Ντένερ τελειοποίησε το παλιό γαλλικό πνευστό όργανο chalumeau (από το ελληνικό κάλαμος) και δημιούργησε τις βάσεις του σημερινού κλαρίνου.

Το όργανο αυτό αποτελεί την κυριότερη οικογένεια πνευστών και θεωρείται το πιο νέο ξύλινο πνευστό. Κατά μήκος του οργάνου υπάρχουν τρύπες, κάποιες από τις οποίες κλείνει ο μουσικός με τα δάχτυλά του και κάποιες άλλες με τη βοήθεια μηχανισμού από κλειδιά και τάπες. Η προσθήκη των κλειδιών έγινε βαθμιαία και έτσι, το κλαρίνο απέκτησε τη δυνατότητα να έχει μεγαλύτερη έκταση ήχου. Ο ήχος του ζεστός και πλούσιος, παράγεται από το καλάμι που είναι εφαρμοσμένο στο επιστόμιο και όταν ο εκτελεστής πιέσει τα χείλη του αυτό πάλλεται και αποδίδει τον ήχο.

Το κλαρίνο στην Ελλάδα

Το κλαρίνο, ως λαϊκό μουσικό όργανο, έρχεται στην Ελλάδα απ’ την Τουρκία με τους Τουρκόγυφτους, γύρω στα 1835. Εκείνη περίπου την εποχή, ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Δεύτερος δημιούργησε μια μουσική ακαδημία, με σκοπό να μυήσει το στρατό στα δυτικά όργανα.

Ένας από τους καθηγητές, γνωστός στην αυλή ως Donizetti Pasha, ήταν στην πραγματικότητα ο αδελφός του Ιταλού συνθέτη Gaetano Donizetti και εξαιτίας των συνθέσεων του αδελφού του, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη διδασκαλία του κλαρίνου. Οι ντόπιοι μουσικοί - κυρίως Αθίγγανοι - απέκτησαν την πρώτη τους επαφή με τα νέα όργανα και κυρίως με το κλαρίνο. Με σύμβουλο τα μουσικά τους ένστικτα, οι Αθίγγανοι αναγνώρισαν αμέσως τον πιθανό ρόλο του κλαρίνου στην παραδοσιακή μουσική, το υιοθέτησαν και με τους δεσμούς που υπήρχαν ανάμεσα στα στρατεύματα, τη διέδωσαν σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στη χώρα μας πρωτοεμφανίζεται στη βόρεια Ελλάδα, την Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία, απ’ όπου και προχωρεί προς τα κάτω. Λέγεται πως την ίδια εποχή εμφανίστηκε και στα Ιόνια νησιά, προερχόμενο από την Ιταλία. Στην αρχή, μαζί με το βιολί και το λαούτο και αργότερα και με το σαντούρι, αποτελούν την «κομπανία» το κατεξοχήν λαϊκό μουσικό σχήμα που αντικαθιστά σιγά-σιγά τα πατροπαράδοτα όργανα, ζυγιά, νταούλι και ζουρνά.

Το κλαρίνο αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο σταθμό στην πορεία της οργανικής μουσικής στα νεοελληνικά αερόφωνα. Πρωταρχικό ρόλο στην τεχνική του παίζει το φύσημα. Την εποχή που πρωτοεμφανίζεται το κλαρίνο το δημοτικό τραγούδι έχει κλείσει ουσιαστικά το δημιουργικό του κύκλο.

Χάρη στις μεγαλύτερες τεχνικές και εκφραστικές τους δυνατότητες, σε σύγκριση με το ζουρνά - που σιγά-σιγά παραμερίζεται - το κλαρίνο παίρνει γρήγορα την πρώτη θέση ανάμεσα στα μελωδικά όργανα. Οι εμπειρικοί οργανοπαίχτες διατηρούν το ιδιόμορφο φύσημα του ζουρνά (γλείψιμο ήχων), με αποτέλεσμα το λαϊκό κλαρίνο να ακούγεται διαφορετικά από το συμφωνικό κλαρινέτο. Αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο και γίνεται το κατεξοχήν εκφραστικό μουσικό όργανο στην ηπειρωτική Ελλάδα. Με το κλαρίνο, η δημοτική μελωδία ζει μια νέα λαμπερή περίοδο στον τομέα της οργανικής μουσικής. Διότι αυτό που χαρακτηρίζει το δημοτικό τραγούδι στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, δεν είναι η δημιουργία νέων μελωδιών, αλλά η επεξεργασία των παλιών. Και στον τομέα αυτόν, ο ρόλος του κλαρίνου στάθηκε αποφασιστικός. Τα κλαρίνα που χρησιμοποιούν σήμερα οι λαϊκοί οργανοπαίκτες είναι συνήθως σε σιμπεμόλ (=σι ύφεση) ή λα. Στη Θράκη παίζουν με σολ. Παλιότερα όμως έπαιζαν κλαρίνα με ντο, λόγω της έντασης και της οξύτητας του ήχου που έχουν (δυνατά και πρίμα). Την ονομασία αυτή την παίρνουν από την οξύτητα του ήχου (δηλαδή ποια νότα ακούγεται) όταν στο κλαρίνο παίζεται το ντο.

Στις κομπανίες οι επαγγελματίες πλέον και συνήθως Αθίγγανοι μουσικοί, δίνουν εξαίρετα δείγματα της επεξεργασίας του παραδοσιακού μέλους, μέσα από τη δεξιοτεχνία που ανέπτυξαν, χάρη στις πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες που τους προσφέρουν όργανα, όπως το λαϊκό κλαρίνο και το βιολί. Κάτι ανάλογο συνέβη και στη νησιωτική χώρα, όπου το δίδυμο βιολί-λαούτο εκτόπισε τις παλαιές ζυγιές, λύρα - νταουλάκι και τσαμπούνα - τουμπάκι. Εξαίρεση αποτελεί η Κρήτη, όπου όμως ο τύπος της σύγχρονης κρητικής λύρας έχει υποστεί ένα πλήθος από μορφολογικές και λειτουργικές αλλαγές με πρότυπο το βιολί. Σήμερα οι κλαρινιστές έχουν αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό και είναι ονομαστοί για τη δεξιοτεχνία τους. Στο δημοτικό τραγούδι, διακρίνουμε δύο διαφορετικούς κόσμους: τη στεριανή και τη θαλασσινή Ελλάδα. Στη στεριανή Ελλάδα (Ήπειρος, Θεσσαλία και ως ένα βαθμό Μακεδονία, Ρούμελη και Πελοπόννησο) συναντάμε συχνά κλίμακες χωρίς ημιτόνια και στίχους ανομοιοκατάληκτους. Αντίθετα στα νησιά και στα παράλια, οι κλίμακες έχουν πάντοτε ημιτόνια κυριαρχεί η ρίμα (ομοιοκατάληκτα δίστιχα, μαντινάδες) και οι περισσότεροι χορευτικοί ρυθμοί είναι δίσημοι (2/4), ενώ πρέπει επίσης να σημειώσουμε και τους εννεάσημους καρσιλαμάδες και τα ζεϊμπέκικα που συναντάμε στη Μικρά Ασία, στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, στα Δωδεκάνησα και στην Κύπρο.

Τη μεγαλύτερη γκάμα δημοτικών τραγουδιών με κλαρίνο συναντούμε στην Ήπειρο. Η Ηπειρώτικη μουσική διακρίνεται πανελλήνια από το αρμονικό και μελωδικό χρώμα που την περιβάλει: οι μελωδικές γραμμές είναι σύντομες, ο ήχος είναι λυπητερός ακόμα και τα τραγούδια με εύθυμο σκοπό ή με σατυρικό περιεχόμενο ηχούν «βαριά». Η άγρια λιτότητα του ορεινού τοπίου δε μπορούσε παρά ν’ αντανακλάται στην αποφυγή κάθε περιττής πληθωρικότητας ακόμα κι όταν ο καλλιτέχνης καταγίνεται στα τόσα χαρακτηριστικά στολίδια και τσακίσματα. Οι τεχνικές ιδιαιτερότητες στην εκτέλεση μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον ηπειρώτικο «τρόπο». Ένα από τα κύρια ηπειρώτικα όργανα είναι η φλογέρα. Συγγενής του αρχαιοελληνικού αυλού, η φλογέρα συνοδεύει το δημοτικό τραγούδι και πολλές φορές εμφανίζεται σόλο εκτελώντας οργανικές συνθέσεις. Απλή στη σύλληψή της κατασκευάζεται από τον ίδιο το μουσικό. Το συνηθέστερο υλικό είναι το καλάμι όπου ανοίγονται πέντε με επτά τρύπες. Οι αποστάσεις μεταξύ των οπών δεν είναι ακριβείς έτσι το όργανο κουρδίζεται από το μουσικό την ώρα της εκτέλεσης του κάθε σκοπού. Η φλογέρα είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να προσδίδει το ηπειρώτικο ύφος. Η οργανική φωνή «γλιστράει» ή «δέρνεται» από τον ένα φθόγγο στον άλλο. Το ηπειρώτικο αυτό ιδίωμα στη μουσική εκτέλεση, υιοθετεί ο διάδοχος της φλογέρας, το κλαρίνο. Σε αντίθεση με τη φλογέρα, το κλαρίνο είναι κουρδισμένο σε ντο ή σε σι ύφεση. Έχει λιγότερα κλειδιά από το κλαρινέτο της συμφωνικής και πολλές ακάλυπτες τρύπες. Εξαιτίας αυτών η τεχνική και οι ιδιαιτερότητες της φλογέρας περνούν και στο κλαρίνο. Από την αρχή οι οργανοπαίκτες προσπάθησαν να δώσουν με το κλαρίνο ό,τι έπαιζαν και με τη φλογέρα, αντιγράφοντας τα κεντήματα και τους καλλωπισμούς της φωνητικής εκτέλεσης. Έτσι, ο σκοπός αποκτά μια εσωτερική ρυθμική επιτάχυνση και γίνεται ελαφρύτερος και πιο γοργός από το ίδιο το τραγούδι. «Τσακίζει», «γλιστράει», εκτελεί μικρή νότα ή τρίλια, «τρέμουλο» και «κλώσιμο», χαρακτηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο το ηπειρώτικο παίξιμο.

Δείγμα τεχνικής του ηπειρώτικου κλαρίνου είναι οι ελεύθεροι αυτοσχεδιασμοί τύπου «σκάρου» (ποιμενικός σκοπός που παίζονταν όταν «σκάριζαν» τα πρόβατα). Σε αυτό το δείγμα φαίνεται με τον πιο ζωηρό τρόπο το πώς μεταφυτεύθηκε στο λαϊκό κλαρίνο η τεχνική παιξίματος της φλογέρας.

Ο σκάρος σχηματίζει τη μοναδική περίπτωση περιγραφικής μουσικής στο χώρο της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, εφ’ όσον μιμείται τους ήχους της φύσης, ανασυνθέτει και συμπυκνώνει την αίσθηση του ηπειρώτικου ποιμενικού τοπίου.

Κυρίαρχο οργανικό συγκρότημα στο χώρο της ηπειρώτικης παράδοσης είναι η κομπανία που αποτελείται από κλαρίνο, βιολί, λαγούτο και ντέφι. Άλλες ονομασίες είναι το «τακίμη», η «παρέα», οι «λαλητάδες».

Το κάθε όργανο έχει και τη σημασία του (με τους ήχους τους). Έτσι το κλαρίνο συμβολίζει τη βαθιά και βαριά γη της Ηπείρου, το βιολί το κελάηδισμα των πουλιών και το ντέφι το γαύγισμα των τσοπανόσκυλων.

Στο κλαρίνο και το βιολί οι μουσικοί θα επιδείξουν τη δεξιοτεχνία τους με εντυπωσιακά «ανεβοκατεβάσματα» στις παραδοσιακές κλίμακες, εκμεταλλευόμενοι τη μεγάλη μελωδική έκταση του οργάνου, με τα χαρακτηριστικά «γλισάντι» (γλιστρήματα) του ηπειρώτικου ύφους, με το περίτεχνο στόλισμα της μελωδίας με έντεχνα «κοψίματα» με διάλογο των δύο οργάνων ή και με «ντουμπλάρισμα» (το βιολί στα ψιλά και το κλαρίνο στα χοντρά, όπως στην «πυρσογιαννίτικη γκάιντα»).

Εκείνος που παίζει το κλαρίνο είναι και ο «αρχηγός» της κομπανίας με αποτέλεσμα να της δίνει και το όνομά του (η κομπανία του τάδε). Το όνομα δεν υποδηλώνει τη σταθερή επαγγελματική σχέση που συνδέει τα μέλη.

Στην ηπειρώτικη μουσική υπάρχει και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Δε χρησιμοποιούνται οι μείζονες και οι ελάσσονες κλίμακες του (δυτικού) τονικού συστήματος. Συναντάμε τμήματα μουσικών τρόπων κατά το αρχαιοελληνικό σύστημα των τετράχορδων και πεντάχορδων που είναι ως επί το πλείστον ανημίτονα. Συναντάμε επίσης ανημίτονες πεντατονικές κλίμακες, που όμοιές τους δεν υπάρχουν αλλού στην Ελλάδα. Τα ρυθμικά σχήματα λοιπόν και τα μέτρα της ηπειρώτικης μουσικής, πλούσια και πολλές φορές μοναδικά αποτελούν ιδιαιτερότητα μιας μακρόχρονης παράδοσης. Τέλος θα πρέπει να αναφερθούμε στη ρυθμική αγωγή (tempo) της οργανικής μουσικής και των τραγουδιών, που είναι στην Ήπειρο πιο αργή απ’ ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα, είτε πρόκειται για μοιρολόι, (όλα τα γλέντια ξεκινούσαν με οργανικά μοιρολόγια, όπου το κλαρίνο μιμείται με μιαν ιδιαίτερη τεχνική το χαρακτηριστικό ανιόν «γκλισάντο» της κραυγής γυναικών) είτε για τραγούδι της τάβλας είτε πάλι για χορευτικούς σκοπούς, που αποδίδονται βαριά και μακρόσυρτα. Μέσα από αυτή τη σύντομη και περιορισμένη παρουσίασή μας, το μουσικό ηπειρώτικο τοπίο διαγράφεται όχι μόνο ευρύ, πολυποίκιλο, αυθεντικό και πρωτότυπο, αλλά, και αυτό είναι σημαντικότατο, ακόμα στις μέρες μας ζωντανό και ακμαίο.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια βέβαια, καταγράφεται η επιδρομή νεωτερισμών. Η ελληνική δημοτική μουσική υφίσταται επικίνδυνες αλλοιώσεις προερχόμενες από το κλίμα δυτικοποίησης και αστικοποίησης που διαρκώς δυναμώνει.

Τα δημοτικά τραγούδια δε δημιουργούνται πια. Έσβησαν μαζί με τις κλειστές κοινωνίες που ευνοούσαν τη γέννησή τους. Παρόλα αυτά εξακολουθούν να ζουν, να συγκινούν και να προβάλλονται, κερδίζοντας όλο και περισσότερους θαυμαστές, γιατί αποτελούν την πιο γνήσια έκφραση της λαϊκής ψυχής.

Το κλαρίνο, από τη δική του πλευρά, έχει καταφέρει να συνδυάσει το παραδοσιακό με το κλασικό με αποτέλεσμα να δώσει στον κόσμο την ευκαιρία να δει τη μουσική χωρίς δεσμεύσεις.

(Από το Περιοδικό Πίστα Δημοτικό τραγούδι, τεύχος 2, Ιούλιος 2005, κείμενο Εύης Καζάκου)


Φλάουτο – φλογέρα
Ορέστης Καντάνης, Β1 Γυμνασίου

Φλάουτο (λατ. f/atus, lταλ. f/auto, ελλην. πλαγίαυλος) ονομάζεται κάθε πνευστό, του οποίου ο ήχος προκύπτει από την πρόσκρουση ρεύματος αέρα σε μία λεπτή ακμή. Με την πρόσκρουση δημιουργούνται στρόβιλοι, οι οποίοι διεγείρουν ταλαντώσεις στο σωλήνα αέρα του οργάνου. Οι μεταβολές στο ύφος του παραγόμενου ήχου δημιουργούνται με κλείσιμο και άνοιγμα των οπών που βρίσκονται κατά μήκος του σωλήνα. Ανάλογα με το κράτημα του οργάνου διακρίνουμε το επίμηκες (φλογέρα από το αλβανικό flojere, φλογέρες) και το λοξό φλάουτο (flauto traverso, πλαγίαυλος), τα οποία παρουσιάζονται με πολλές παραλλαγές σε διάφορους πολιτισμούς.
­Ιστορία
Υπάρχουν ενδείξεις ότι είδη αυλού χρησιμοποιούσαν ως μουσικό όργανο ήδη άνθρωποι του νεάντερταλ, πριν από περίπου 50.000 χρόνια. Στην αρχαία Ελλάδα αντίστοιχο όργανο ήταν ο διπλός αυλός που απεικονίζεται σε πολλά αγγεία και γλυπτά. Ο πλαγίαυλος απεικονίζεται σε ρωμαϊκά και βυζαντινά γλυπτά, είναι δε διαδεδομένος στη μουσική της Ανατολικής Ασίας (αναφορές ήδη από τον 90 αιώνα π.Χ.) και της Δυτικής Ευρώπης (αποδεδειγμένα από το 120 αιώνα μ.Χ.) Η φλογέρα είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στη δnμοτικn μουσική; της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων. Γερμανοί αρχαιολόγοι ανακάλυψαν φλάουτα από κόκαλα πουλιού και ελεφαντόδοντο, που είναι ηλικίας τουλάχιστον 35.000 ετών και πιθανότατα αποτελούν τα παλαιότερα μουσικά όργανα στον κόσμο.
Από την Αναγέννnσn και μετά βεβαιώνουν πολλοί ζωγραφικοί πίνακες την ευρύτερη χρήση του πλαγίαυλου στην Ευρώπη. Για την ακρίβεια, στη Δυτική Ευρώπη κυριαρχούσε από το μεσαίωνα μέχρι τα μέσα του 180υ αιώνα η φλογέρα. Από αυτή την εποχή και μετά διαδόθηκε ο πλαγίαυλος, ο οποίος και χρησιμοποιείται σήμερα τελειοποιημένος ως όργανο της ορχήστρας. Μέχρι περίπου τα μέσα του 170υ αιώνα ο σωλήνας του πλαγίαυλου ήταν ενιαίος με κυλινδρική διάτρηση. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε, αρχικά στη Γαλλία, ένας τύπος που "σπάει" σε τρία τμήματα (σπαστός πλαγίαυλος 1780), την κεφαλή, το μεσαίο τμήμα και τη βάση. Από αυτά, η κεφαλή είχε κυλινδρική. διάτρηση, ενώ τα άλλα μέρη μία αντίστροφη κωνική. Ο λυόμενος τύπος πλαγίαυλου εξυπηρετεί την ακρίβεια στη διάτρηση και τη διόρθωση του ήχου με παρεμβολή μεσαίων τμημάτων διαφορετικού μήκους.
Εξέλιξη
Ο σωλήνας του πλαγίαυλου είχε μέχρι το 170 αιώνα συνήθως 6 οπές. Τάπες και κλειδιά τοποθετήθηκαν αρχικά από Γάλλους κατασκευαστές με τη δημιουργία του λυόμενου τύπου. Στη διάρκεια του 180υ αιώνα αυξήθηκε ο αριθμός των οπών σε 8 και μετά το 1800 ακόμα περισσότερο. Το 1832 κατασκεύασε ο Th. Boehm ένα πλαγίαυλο με κωνική διάτρηση, στον οποίο οι οπές ήταν διαταγμένες αποκλειστικά με κριτήρια ακουστικά και όχι χειρισμού. Το 1847 ακολούθησε ο κυλινδρικός πλαγίαυλος με κεφαλή παραβολικής διάτρησης και βελτιωμένες τάπες, ο οποίος χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Το αρχικά ξύλινο αυτό όργανο κατασκευαζόταν κάποια εποχή από ελεφαντόδοντο, το 190 αιώνα και από γυαλί. Από τις αρχές του 200υ αιώνα κατασκευάζονται οι πλαγίαυλοι για χρήση στην ορχήστρα σχεδόν αποκλειστικά από μέταλλο (σύγχρονο σπαστό φλάουτο) κάποια μοντέλα είναι δε ασημένια ή χρυσά!
Περιγράφοντας την εξέλιξη του φλάουτου και των ­άλλων οργάνων σ’ αυτή την εφαρμογή είναι πιθανόν να θεωρηθεί ότι τα όργανα της ορχήστρας βελτιώθηκαν σε 3-4 στάδια από μερικούς ικανούς οργανοποιούς και πήραν γρήγορα την τελική μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Στην πραγματικότητα έχουν συμμετάσχει στη διαμόρφωση αυτών των οργάνων στη διάρκεια μισής χιλιετίας εκατοντάδες οργανοποιοί που βελτίωσαν το φλάουτο, καθένας από τους οποίους έχει βελτιώσει τη μία ή την άλλη λεπτομέρεια ή έχει κατασκευάσει ένα εξ αρχής νέο όργανο, το οποίο άλλοι νεότεροι βελτίωσαν αργότερα.


Κλαριvέτο

Το κλαρινέτο (ή ευθύαυλος) είναι πνευστό μουσικό όργανο. Στη σημερινή του μορφή εμφανίστηκε το 190 αιώνα. Το κλαρινέτο κατέχει σήμερα βασική θέση στη συμφωνική ορχήστρα, και ανήκει στην κατηγορία των ξύλινων πνευστών. Πολύ σύνηθες είναι το Kλαρ νέτo και ως μέλος ορχnστρών της τζαζ. Στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες των Βαλκανίων, αποτελεί ένα από τα βασικά όργανα της παραδοσιακής μουσικής.
Ιστορία
Το κλαρινέτο προήλθε από μετεξέλιξη παλαιότερων παρόμοιων οργάνων. Η βιβλιογραφία αναφέρει ως πρόγονο του κλαρινέτου το γαλλικό πνευστό όργανο chalumeau, που σημαίνει "κάλαμος", στο οποίο σταδιακά προστέθηκαν μια σειρά κλειδιά. Βασικό σταθμό αποτελεί η προσθήκη από το Γερμανό Γιόχαν Κρίστοφ Ντέννερ του κλειδιού δίπλα στην πίσω οπή του οργάνου (στα Ελληνικά λέγεται και "ψυχή"). Ήδη από την αρχή του 190υ αιώνα, το κλαρινέτο, έχοντας μια μορφή πολύ κοντινή στη σημερινή, έχει βρει τη θέση του στη συμφωνική ορχήστρα. Το 1839, ο Γάλλος Υάκινθος Κλοζέ αναδιέταξε τα κλειδιά, φέρνοντας το κλαρινέτο στη μορφή που είναι σήμερα γενικά ΥΥωστό.
Μορφή του οργάνου
Έχει επίμηκες σωληνωτό σχήμα, ενώ στο σώμα του διακρίνονται έ ι βασικές οπές μπροστά και μία οπή στην πίσω πλευρά, μοιάζοντας οπτικά με φλογέρα και άλλα αντίστοιχα πνευστάμουσικά όργανα. Επιπλέον όμως, το κλαρινέτο έχει και μια σειρά από μεταλλικά κλειδιά που καλύπτουν ή αποκαλύπτουν άλλες οπές στο σώμα του. Ο ήχος του κλαρινέτου προέρχεται από το παλλόμενο επινλωσσίδιο που βρίσκεται τοποθετημένο στο επιστόμιο στην κορυφή του οργάνου, και στο οποίο στερεώνεται μέσω του σφιγκτήρα.
Το κλαρινέτο διασπάται συνήθως σε πέντε τμήματα και αποθηκεύεται σε βαλιτσάκι σε κομμάτια. Τα τμήματα αυτά του κλαρινέτου  εKινώντας από την κορυφή, είναι το επιστόμιο, το βαρελάκι, το άνω στέλεχος, το κάτω στέλεχος και η καμπάνα. Το κλαρινέτο κατασκευάζεται από  ύλo, κυρίως Αφρικάνικο έβενο ή τριανταφυλλιά Ονδούρας. Το επιγλωσσίδιο κατασκευάζεται από καλάμι, κομμένο σε κατάλληλο πάχος. Σήμερα υπάρχουν στην αγορά και κλαρινέτα από πλαστικό, τα οποία είναι κατάλληλα για εκμάθηση, σε πολύ προσιτότερες τιμές.
Σε ότι αφορά τον τρόπο διάταξης των κλειδιών του οργάνου, διακρίνουμε δύο βασικά συστήματα, το σύστημα Oeh/er, δημοφιλές στην Αυστρία και τη Γερμανία, το οποίο προτιμάται και στην Ελληνική παραδοσιακή μουσική, και το σύστημα Boehm (του Υ. Κλοζέ) που επικρατεί γενικά στις συμφωνικές ορχήστρες. Υπάρχει πάντως ακόμη και το παλαιότερο σύστημα Albert σε ορισμένα σημεία του κόσμου, όπως στις νότιες περιοχές των ΗΠΑ.
'Ηχος
Ο συνδυασμός των καλυπτόμενων και αποκαλυπτόμενων οπών του δίνουν τη δυνατότητα εξαγωγής μιας μεγάλης έκτασης ήχων, πάνω από τρεις οκτάβες, ανάλογα με τις ικανότητες του οργανοπαίκτη. Υπάρχει μια μεγάλη σειρά από κλαρινέτα, διαχωριζόμενα ανάλογα με την τονικότητά τους. Το πιο συνηθισμένο είναι το κλαρινέτο σε Σιο, το οποίο έχει και την τυπική μορφή και τις διαστάσεις του οργάνου όπως είναι ευρύτερα γνωστό. Αυτά με τον πιο οξύ ήχο παίζουν σε Λα, Μι και Ρε. Με μεσαίο τόνο υπάρχουν κλαρινέτα σε Ντο, Σι, Σι φυσικό και Λα. Σε πιο χαμηλό τόνο υπάρχουν μπάσα και κόντρα μπάσα κλαρινέτα σε Μι  και Σι, τα οποία διαφέρουν και στη μορφή τους από τη συνηθισμένη, διαθέτοντας μεγαλύτερο μήκος και καμπάνα. Υπάρχει επίσης και το μεταλλικό κλαρίνο σε Σολ, πολύ διαδεδομένο στην Τουρκία. Τα βασικότερα είδη κλαρινέτου που χρησιμοποιούνται σήμερα φαίνονται στον παρακάτω πίνακα:
Η χροιά του οργάνου εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό τόσο από τη δεξιοτεχνία του oργaνoπαίκτη, όσο και από την ποιότητα και το υλικό κατασκευής του οργάνου. Το πάχος του επιγλι-ισσιδίου που χρησιμοποιείται επηρεά(ει και αυτό τη χροιά, αλλά κυρίι-ις την ευκολία ηαιξίματος. Συνήθι-ις οι μαθητευόμενοι χρησιμοποιούν λεπτότερα επιγλι-ισσίδια, γιατί είναι ευκολότερα στο παίξιμο (αριθμός 1 σε μια κλίμακα 1 έι-ις 5) ενώ οι επayyελματίες μουσικοί προτιμούν παχύτερα επιγλι-ισσίδια (μεγαλύτερα από 2,5) γιατί ο ήχος τους είναι πολύ καλύτερος, ιδιαίτερα στις ψηλές νότες

Το κλαρινέτο (κλαρίνο) στην Ελληνική δημοτική μουσική
Είναι πασίγνωστο το ειδικό βάρος που έχει το κλαρίνο στη Ελληνική δημοτική μουσική. Είναι πολύ διαδεδομένο σε όλες τις γωνιές της χώρας, ιδιαίτερα δε στην Πελοπόννησο, στη Στερεά, στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, χωρίς να λείπει και από την υπόλοιπη επικράτεια. Δεν είναι απολύτως σίγουρο το πώς το κλαρίνο διαδόθηκε στην Ελλάδα, αντικαθιστώντας άλλα παλαιότερα όργανα όπως η φλογέρα και ο ζουρνάς. Το πιθανότερο είναι ότι προήλθε από τη διαδικασία εκσυνχρονισμού των μουσικών του τουρκικού στρατού στις αρχές του 190υ αιώνα, οι οποίοι μεταξύ άλλων υιοθέτησαν και το κλαρίνο. Κατά μια απλούστερη εκδοχή, το κλαρίνο πέρασε στους Έλληνες από τους Τούρκους ή τουρκόγυφτους περιοδεύοντες μουσικούς, οι οποίοι το έφεραν από την Ευρώπη τον καιρό της τουρκοκρατίας. Το  λαρίνo διαδόθηκε εύκολα, λόγω της απόδοσής του και ίσως λόγω και της επιρροής του ως ένα μοντέρνο όργανο κατευθείαν από τις συμφωνικές ορχήστρες της Δύσης.
Σίγουρα όμως το κλαρίνο επικράτησε κυρίως λόγω των μεγάλων του μουσικών ικανοτήτων και του τόσο ταιριαστού στην Ελληνική μουσική ήχου του, που οι Έλληνες αγάπησαν αμέσως. Η έκτασή το διαχωρίζει σαφώς από τα απλούστερα παρόμοια όργανα, όπως η φλογέρα και το σουραύλι, που έχουν . σαφώς μικρότερες δυνατότητες. Η "άλωση" της δημοτικής μουσικής από το κλαρίνο ήταν τόσο καθολική, που σήμερα για . τους περισσότερους Έλληνες είναι αδιανόητη η αποσύνδεσή της από αυτό.
Το παραδοσιακό κλαρίνο στην Ελλάδα είναι σε κλίμακα Ντο, αλλά ευρέως χρησιμοποιείται και σε Σι. Στη Θράκη χρησιμοποιούν και το μεταλλικό κλαρίνο σε Σολ. Οι Έλληνες οργανοπαίκτες εξέλιξαν την τεχνική του παιξίματος του οργάνου. Η εξέλιξη αυτή ήταν σταδιακή και έχει σήμερα κλείσει έναν πολύ μεγάλο κύκλο, καταλήγοντας σε έναν χαρακτηριστικό και εύκολα αναγνωρίσιμο ήχο, σε ότι αφορά την παραδοσιακή μουσική μας. Η καταγεγραμμένη από τις αρχές του αιώνα δεξιοτεχνία στο παίξιμο του κλαρίνου μαρτυρούν αυτήν την εξέλιξη, ενώ η διάδοσή του είναι ακόμα εξαιρετικά μεγάλη, ακόμα και εκτός της παραδοσιακής Ελληνικής μουσικής.


«Ανοιξιάτικες Μελωδίες»
Μουσική εκδήλωση μαθητών του σχολείου μας
Το Πειραματικό Μουσικό Σχολείο Αγρινίου «Ρωμανός ο Μελωδός» σας καλωσορίζει στη μουσική του εκδήλωση «Ανοιξιάτικες Μελωδίες». Μια εκδήλωση με πρωταγωνιστές τους μαθητές. Η σημερινή εκδήλωση αποτελεί ένα δείγμα της μουσικής εκπαίδευσης και δημιουργίας που πραγματοποιείται στο σχολείο κατά τις ώρες διδασκαλίας των μουσικών οργάνων. Αποτελεί μια απόδειξη για το ότι η δημόσια παιδεία  στον τομέα της μουσικής μπορεί να αποδώσει καρπούς, ακόμη και με τις δυσκολίες και τα προβλήματα που όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε. Οι μαθητές μας θα σας παρουσιάσουν κομμάτια κλασικής και παραδοσιακής μουσικής που διδάχθηκαν από τους ειδικούς ανά μουσικό όργανο καθηγητές. Για το πιάνο οι κ. Χατζηκουμή Βικτώρια, Φαραού Αγγελική, Σαγώνα Αμαλία, Γεωργακοπούλου Μαρία, Μπώκου Ελένη, Πανοπούλου Άννα, Σωζοπούλου Μαρία. Για το βιολί η κ. Γούτου Μαρία. Για το φλάουτο η κ. Τσιακτάκη Ελπίδα. Για το σαξόφωνο ο κ. Κονήδας Βασίλης. Για την κιθάρα οι κ. Οικονόμοι Χάρης και Μίχος Αναστάσιος. Για το Φλάουτο με ράμφος ο κ. Μαμασούλας Πάνος. Για το μαντολίνο η κ. Χονδρού Μελίνα. Για το ακορντεόν η κ. Κατσούρα Σοφία. Για το σαντούρι ο κ. Φεγγούλης Σεραφείμ. Για το κανονάκι ο κ. Κατσικλής Παναγιώτης. Για τις λύρες ο κ. Αθανασόπουλος Γεώργιος. Για το ούτι και τον ταμπουρά ο κ. Μήτσος Παναγιώτης. Για τα κρουστά ο κ. Λένης Ηλίας. Για το Λαούτο ο κ. Τσολάκης Πέτρος. Για το Μπουζούκι οι κ. Μίκροβας Γιάννης και Κασβίκης Δημήτρης.Στο πρώτο μέρος θα ακουστούν μελωδίες της λεγόμενης κλασικής μουσικής ενώ στο δεύτερο μέρος κυρίως ελληνικής παραδοσιακής μουσικής.

Λίγα λόγια για μερικά από τα μουσικά όργανα που θα ακουστούν:

Πιάνο

Πολλοί συνθέτες έχουν μιλήσει για το πιάνο. Ο βασιλιάς των οργάνων κατά τον Λιστ, ο κρουστός αυτοκράτορας των αισθήσεων κατά τον Προκόφιεφ, η ολοκληρωμένη φόρμα κρουστού οργάνου, κατά τον Μιγιό, το αινιγματικό κουτί με τις μακριές χορδές κατά τον Σνίτκε, ό,τι δεν είναι υπερβολή ή δεν είναι καλολογισμός είναι το πιάνο! Εφευρέτης του πιάνου είναι ο Ιταλός Μπαρτολομέο Κριστόφορι. Γεννήθηκε στην Πάδοβα το 1655. Καταγόταν από φτωχή οικογένεια και από μικρός έμαθε την τέχνη της κατασκευής μουσικών οργάνων. Το πιάνο μπορεί να αποδώσει μουσική είτε ως σόλο όργανο, είτε μέσα σε μια ορχήστρα. Αν και πολλοί πιστεύουν πώς χρησιμοποιείται κυρίως στην κλασική μουσική, το πιάνο κατέχει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο και στην τζαζ, την μπλουζ και το ροκ εν ρολ, καθώς και στη λαϊκή μουσική όπου είτε κυριαρχεί είτε λειτουργεί ως βοηθητικό για άλλα όργανα. Το πιάνο είναι έγχορδο πληκτροφόρο όργανο και το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι μπορεί να παράγει ταυτόχρονα πολλούς ήχους (πολυφωνικό όργανο). Έχει μεγάλες εκφραστικές δυνατότητες και το ρεπερτόριό του είναι ίσως το πιο πλούσιο από όλα τα μουσικά όργανα αφού, έργα για πιάνο έχουν γράψει οι περισσότεροι συνθέτες.
Βιολί Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για την καταγωγή του βιολιού: η πρώτη υποστηρίζει ότι προέρχεται από τα έγχορδα μουσικά όργανα, που έφεραν οι Άραβες τον 8ο αιώνα στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ενώ άλλη θεωρεί ότι το βιολί κατάγεται από τα μεσαιωνικά κρότες και βιέλες. Αυτά τα μουσικά όργανα διαφέρουν από το βιολί κατά το ότι δεν στηρίζονται στον ώμο. Το βιολί εξελίχθηκε κατά την Αναγέννηση από παλαιότερα έγχορδα με δοξάρι: το μεσαιωνικό fiddle, τον ιταλικό «απόγονο» του, του 16ου αιώνα, τη lira nta braccio και το ρεμπέκ. Όπως οι πρόγονοι του, αλλά αντίθετα με τον «ξάδελφό» του τη βιόλα ντα γκάμπα, το βιολί έχει μπράτσο χωρίς τάστα. Το βιολί αναγνωρίστηκε από παλαιά για τον τραγουδιστό του ήχο, ιδιαίτερα στην γενέτειρα του Ιταλία. Τη σημερινή μορφή του την πήρε κυρίως στην Ιταλία, όπου μεγάλες οικογένειες κατασκευαστών όπως οι Αμάτι, Γκουαρνέρι και Στραντιβάρι, δημιούργησαν θαυμάσιας ακουστικής όργανα που μέχρι και σήμερα θεωρούνται αξεπέραστα. Σημαντικοί συνθέτες που έγραψαν έργα για βιολί ήταν οι Κορέλι, Βιβάλντι, Μπάχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σούμαν, Μπραμς και πολλοί άλλοι.

Κιθάρα

Ο όρος κιθάρα χρησιμοποιούνταν στην Ελληνική Αρχαιότητα για να περιγράψει ένα έγχορδο μουσικό όργανο που ανήκε στην οικογένεια της λύρας. Η σύγχρονη κιθάρα είναι ένα έγχορδο νυκτό μουσικό όργανο που ανήκει στην οικογένεια του λαούτου. Αποτελεί ένα από τα πλέον δημοφιλή μουσικά όργανα, καθώς χρησιμοποιείται σε μια πληθώρα μουσικών ειδών, όπως η τζαζ, μπλουζ, ροκ, heavy metal, ποπ, φλαμέγκο, κάντρυ, λαϊκή και παραδοσιακή μουσική, ενώ στη νεότερη ιστορία της χρησιμοποιείται σε ένα αυξανόμενο ρεπερτόριο κλασικής μουσικής. Η κιθάρα θεωρείται από τα παλαιότερα μουσικά όργανα και είναι από τα πιο δημοφιλή σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι ένα πολυφωνικό όργανο (μπορεί να παράγει δηλαδή ταυτόχρονα πολλούς ήχους - για την ακρίβεια, όσους ήχους είναι και οι χορδές της).

Φλάουτο με ράμφος

Το φλάουτο με ράμφος είναι ένα από τα παλιότερα μουσικά όργανα. Η εποχή της μεγάλης δημοτικότητάς του είναι από το 1500-1700. Ο Χαίντελ έχει γράψει πολλά έργα για φλάουτο με ράμφος. οι σονάτες του για το συγκεκριμένο όργανο παίζονται έως και σήμερα. Μετά το θάνατο του Χαίντελ το ενδιαφέρον των συνθετών για αυτό το όργανο αρχίζει να ελαττώνεται. Ο κύριος λόγος ήταν η ανάπτυξη της ορχήστρας, όπου ο μαλακός ήχος του φλάουτου με ράμφος χανόταν. Η αναβίωση αυτού του οργάνου οφείλεται στον Αrnold Dolmetsch και στις έρευνές του στα μουσικά όργανα παλαιότερων εποχών. Τα τέσσερα βασικά μεγέθη του φλάουτου με ράμφος είναι soprano, alto, tenor και basso. Οι μαθητές θα παίξουν με σοπράνο που είναι και το πιο μικρό σε μέγεθος.

Κανονάκι & σαντούρι

Δυο άγνωστα για τους περισσότερους μουσικά παραδοσιακά όργανα, είναι το κανονάκι και το σαντούρι. Δυο συγγενικά όργανα, που το καθένα όμως έχει το δικό του χαρακτηριστικό ηχόχρωμα, και κυρίως το δικό του ύφος και τη δική του προσφορά στη μουσική μας. Το κανονάκι έλκει πιθανότατα το όνομά του από τον γνωστό μουσικό "Κανόνα" του Πυθαγόρα. Το κανονάκι παλιότερα, κυρίως στους μεσαιωνικούς χρόνους, ήταν γνωστό με την ονομασία "Ψαλτήριο". Οι αρχές του ψαλτηρίου ανιχνεύονται στον ασιατικό χώρο, πολλούς αιώνες πριν από τους αρχαιοελληνικούς κλασικούς χρόνους. Στην αρχαία Ελλάδα, από πολλούς συγγραφείς έχουμε μαρτυρίες για μουσικά όργανα πιθανόν του τύπου του ψαλτηρίου, με τις ονομασίες τρίγωνον ψαλτήριον, επιγόνειον, μάγαδις κλπ, χωρίς να υπάρχουν εικονογραφημένες μαρτυρίες. Γι'αυτό μόνο υποθέσεις έχουν γίνει έως σήμερα για τη σχέση του αρχαιοελληνικού ψαλτηρίου με το κανονάκι. Αντίθετα, στους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, τα ιστορημένα χειρόγραφα και οι τοιχογραφίες των εκκλησιών έχουν πολλές πληροφορίες για το ψαλτήριο σε σχήμα τριγώνου ή τραπεζίου, τον τρόπου με τον οποίο κρατιέται, παίζεται κλπ.
Το κανονάκι "παίζει" κυρίως στα θρακιώτικα, σε κωνσταντινουπολίτικα και μικρασιάτικα τραγούδια. Η ονομασία του σαντουριού προέρχεται από τις περσικές λέξεις "σαν ταρ" = εκατό χορδές. Αρχικά το σαντούρι ήταν όργανο μελωδίας. `Επαιζε τη μελωδία μαζί με τα άλλα όργανα, ενώ παράλληλα μπορούσε να κρατήσει ίσο. `Αλλοτε συνόδευε τη μελωδία με απλές συνηχήσεις. Με τον καιρό, και με την επίδραση της δυτικής εναρμονισμένης μελωδίας, το ίσο και οι συνηχήσεις μετατρέπονται σε συγχορδίες. Σήμερα μπορεί να παίζει τη μελωδία, είτε μόνο του είτε μαζί με τα άλλα όργανα, καθώς και να παίζει τις συγχορδίες πάνω στο ρυθμό. Η πλατιά διάδοση του σαντουριού στον ελλαδικό χώρο οφείλεται στους `Ελληνες της Μ.Ασίας που ήρθαν μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Το σαντούρι παιζόταν βέβαια και πριν το 1922 στην ηπειρωτική και νησιώτικη Ελλάδα, σε περιορισμένη κλίμακα. Χάρη στις εκφραστικές του δυνατότητες γίνεται γρήγορα ένα από τα απαραίτητα όργανα της "κομπανίας" (κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, λαούτο). Το σαντούρι "παίζει" κυρίως σε μικρασιάτικα, νησιώτικα και στεριανά κομμάτια.

Μαντολίνο

Το μαντολίνο αποτελεί ένα όργανο ευρωπαϊκής προέλευσης. Η καταγωγή του προέρχεται από την μεσαιωνική μαντόλα ή μαντόρα. Η μαντόλα κάνει την εμφάνισή της στις αρχές του 13ου αιώνα. Το μαντολίνο στη μορφή που συναντάται σήμερα, πρωτοεμφανίζεται στην Ιταλία, κυρίως στην Νάπολη, από τον 17ο αιώνα. Σήμερα το μαντολίνο συναντάται σε όλο τον κόσμο. Συνοδεύει κατά τόπους παραδοσιακά τραγούδια, blue grass αμερικάνικες μελωδίες, μοντέρνα ακούσματα της rock και pop μουσικής. Στην Ελλάδα το μαντολίνο, ως μουσικό όργανο έκφρασης της τοπικής μουσικής παράδοσης, εμφανίστηκε κυρίως στα Επτάνησα και στην Κρήτη. Φημισμένες εξάλλου είναι οι μαντολινάτες των Επτανήσων και των Αθηνών. Στην Κρήτη το όργανο εμφανίζεται από την εποχή της ενετοκρατίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα το μαντολίνο εμφανίζεται ως κυρίαρχο όργανο συνοδείας της λύρας μαζί με το μπουλγαρί. Με τον καιρό ενισχύει ολοένα την θέση του στην Κρητική μουσική παράδοση. Από όργανο συνοδείας της λύρας, μαζί με το Κρητικό λαούτο, κατέχει σημαντικό ρόλο στις μέρες μας και ως όργανο μελωδίας. Ολοένα και περισσότεροι ερμηνευτές και καλλιτέχνες της σύγχρονης Κρητικής μουσικής το χρησιμοποιούν πλέον στις εκτελέσεις τους. Η χρήση του μαντολίνου εδραιώνεται σημαντικά στο πέρασμα του χρόνου και αναδεικνύει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην Κρητική μουσική παράδοση.